ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιώργος Γαλίτης: Ο άνθρωπος που δεν θέλει να χάνει ποτέ, χάνει πολλά

Κωμικός ηθοποιός, συγγραφέας και γελοιογράφος, ο Γιώργος Γαλίτης δίνει εδώ και τριάντα χρόνια πλέον ένα δυναμικό «παρών» στο πολιτιστικό γίγνεσθαι της χώρας, μέσω της πολυποίκιλης τέχνης του. Συμπρωταγωνιστεί για 6ο χρόνο στην παράσταση «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», στο Θέατρο «Αλκμήνη» και παρακάτω μοιράζεται μαζί μου τις απόψεις του για την ζωή, για το αν ο θάνατος είναι ο τελικός εχθρός ή κεκαλυμμένος σύμμαχος, καθώς και τι είναι αυτό που τελικά δίνει νόημα στην καθημερινότητα μας. Τον ευχαριστώ ολόψυχα για την τόσο όμορφη κουβέντα και την ευκαιρία για φιλοσοφία!

Έκτος χρόνος για την παράσταση «Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», του Λέοντος Τολστόι, ένα μεγάλο έργο σε μικρό βιβλίο, που ανεβαίνει στο θέατρο «Αλκμήνη, όπου και συμπρωταγωνιστείτε με τον κύριο Θανάση Κουρλαμπά.

Πρόκειται για μία διασκευή σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη. Είναι ένα από τα καλύτερα έργα του. Μάλιστα, περιέχεται και σε πολλά βιβλία ψυχολογίας και φιλοσοφίας, είναι μία φιλοσοφική νουβέλα. Διασκευάστηκε για δύο ηθοποιούς, οι οποίοι παίζουν και άλλους 18 ρόλους. Παίζουμε τον κεντρικό ρόλο, τον χαρακτήρα του Ιβάν Ιλίτς, αλλά και όλο του τον περίγυρο και έτσι παρουσιάζουμε την ιστορία του. Η ιστορία του έργου είναι αυτή ενός ανθρώπου, που ήταν καριερίστας και το μοναδικό του μέλημα ήταν πώς θα βγάλει χρήματα και πώς θα ανεβεί κοινωνικά, χωρίς όμως να αγαπάει αυτό που κάνει. Παντρεύτηκε μια γυναίκα που δεν αγαπούσε, επειδή αυτό ήταν το «σωστό» και το ηθικά αποδεκτό. Όλα του πήγαιναν καλά και πίστευε ότι όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν, όμως, παθαίνει ένα ατύχημα και όταν οι γιατροί δεν μπορούν να καταλάβουν τι έχει, καταλαβαίνει ότι η ζωή που έζησε δεν είναι αυτή που έπρεπε να είχε ζήσει. Καταλαβαίνει ότι αλλού έπρεπε να πάει τη ζωή του και πως άλλες θα έπρεπε να είναι οι προτεραιότητές του. Μέχρι το τέλος αναρωτιέται αν έζησε καλά τη ζωή του και τι μπορεί να κάνει ακόμη και τώρα για να αλλάξει τα πράγματα.

Τι είναι αυτό που θεωρείτε πως έχετε κατορθώσει μετά από όλα αυτά τα χρόνια που ανεβαίνει το έργο;

Λέμε ότι το κάναμε παράσταση. Όταν ανεβαίνει μία παράσταση, το κείμενο θα πρέπει να δοθεί τόσο έντονα και με τόσο γλαφυρό και παραστατικό τρόπο, ώστε να περάσει στον θεατή και να μείνει το μήνυμα του συγγραφέα. Όταν ένας ηθοποιός παίζει Σαίξπηρ ή μία αρχαία τραγωδία, θα πρέπει εκείνη τη στιγμή να είναι πάρα πολύ συγκεντρωμένος. Το ίδιο ισχύει και για τον θεατή για να παρακολουθήσει και να ακούσει τον λόγο του ποιητή ή του συγγραφέα. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη δυσκολία και το μεγάλο στοίχημα. Το να μπορέσεις να περάσεις το μήνυμα και την τέχνη στον θεατή. Ο θεατής πρέπει πρώτα να μαγευτεί και μετά να αρχίσει να «διαβάζει» και τα άλλα επίπεδα. Στην παράστασή μας έρχονται άνθρωποι όλων των ηλικιών, που μπορεί να βλέπουν το πρώτο επίπεδο, αυτό της βιρτουοζιτέ ή αυτό των ενδεχομένως ωραίων ερμηνειών, ανθρώπους που «μπαινοβγαίνουν» σε ρόλους. Ακόμα και αυτό είναι χρήσιμο.

Δίχως να έχετε κάποιον «σταθερό» ρόλο, τόσο εσείς, όσο και ο συμπρωταγωνιστής σας, εμφυσείτε ζωή σε όλους τους ρόλους του έργου, λειτουργώντας σαν ένας λευκός καμβάς. Πού έγκειται η δυσκολία στη συγκεκριμένη θεατρική σύμβαση;

Πέρα από τη συγκέντρωση και πέραν του ότι το έργο είναι «ζωντανό» και εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, η δυσκολία έγκειται και στο γεγονός ότι έπρεπε από την αρχή να υπάρχει ένα τεράστιο επίπεδο επικοινωνίας με τον συμπρωταγωνιστή, πέραν του ζητήματος του ταλέντου. Όσον αφορά στο ταλέντο, δεν θα μιλήσω για εμένα. Θα μιλήσω για τον Θανάση Κουρλαμπά, που είναι ένας υπερταλαντούχος ηθοποιός. Εκτός από το ταλέντο, που οφείλουν να έχουν οι δύο άνθρωποι σε αυτή τη παράσταση, πρέπει να έχουν μια σκηνική επικοινωνία και αλληλοκατανόηση. Ο ένας πρέπει να «πατάει» στην ανάσα και στην κατάσταση που έχει δημιουργήσει ο άλλος.

Μια σκυταλοδρομία, κατά μία έννοια.

Ακριβώς. Βέβαια, σπάνια συμβαίνει να είσαι πάνω στη σκηνή με έναν άνθρωπο και να επικοινωνείς στο εκατό τοις εκατό μαζί του και χωρίς ανταγωνισμό. Πιστεύω πως η έλλειψη ανταγωνισμού είναι και η επιτυχία της παράστασης. Ο θεατής βλέπει δύο ανθρώπους, που έχουν γίνει ένα και δεν υπάρχει κανένα απολύτως βεντετιλίκι και τίποτα που να «σκοτεινάζει» την παράσταση. Υπάρχει και ο κίνδυνος, να φανεί στους θεατές ότι έρχονται για να τους δείξουμε την βιρτουοζιτέ μας. Ούτε αυτό πρέπει να συμβεί. Ο θεατής θα πρέπει να βλέπει δύο ανθρώπους, που παρουσιάζουν ένα έργο και δεν πρέπει να υπάρχει καμία τάση προς επίδειξη. Όλες αυτές οι ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν είναι και η δυσκολία του συγκεκριμένου έργου.

Μετά από έξι ολόκληρα χρόνια ερμηνείας αυτής της αρκετά απαιτητικής διασκευής, πώς αισθάνεστε;

Όλα αυτά τα χρόνια, η παράσταση έχει περάσει μέσα μας. Έχουμε παίξει σε χώρους και πολύ μικρούς και πολύ μεγάλους. Σε κλειστά θέατρα και εξωτερικούς χώρους, σε θέατρα που ήταν θέατρα και σε θέατρα που δεν ήταν θέατρα (γελάει). Σε καλοκαιρινές περιοδείες, ακολουθώντας το πρόγραμμα που υπάρχει. Κι όμως, η παράσταση έγινε κανονικά. Εδώ, μία άλλη φορά λέγαμε «Τώρα να μπούμε πάνω σε αυτό το φορτηγό και να παίξουμε, θα παίξουμε κανονικά» (γελάει). Γιατί έτσι θα μας βγει και έτσι θα γίνει. Το γεγονός ότι έχουμε φτάσει σε αυτό το επίπεδο επικοινωνίας και συγκέντρωσης προϋποθέτει και μία άλλη κατάσταση. Με τον Θανάση έχουμε τελείως διαφορετικές πορείες. Εκείνος προέρχεται από έναν χώρο με δύσκολες θεατρικές επιλογές, εγώ από έναν πιο εμπορικό χώρο. Μπορέσαμε όμως και δεθήκαμε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Από τη στιγμή που διαβάσαμε για πρώτη φορά το κείμενο, ενωθήκαμε. Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη μας ρώτησε εάν είχαμε δουλέψει ξανά μαζί και είπαμε ότι δεν είχαμε καν γνωριστεί στο παρελθόν. Το μεγάλο ατού, όμως, είναι η διασκευή της Κωνσταντίνας. Είναι ένα έργο που είχε διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμόταν καν τον τίτλο, ώσπου άρχισε να το ψάχνει για πολύ καιρό και κάποια στιγμή το ξαναβρήκε.

Η νουβέλα αυτή, η οποία και εκδόθηκε τον 19ο αιώνα, μας δίνει την ευκαιρία να παρατηρήσουμε πώς αντιμετώπιζαν τον θάνατο οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Πιστεύετε πως έχει υπάρξει κάποια αλλαγή στον εν λόγω τρόπο αντιμετώπισης;

Δεν αλλάζει τίποτα, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Αυτό τον καιρό διαβάζω τον Μάρκο Αυρήλιο και πρόσφατα έπεσα πάνω σε ένα κομμάτι που λέει «Άμα ζεις στο σήμερα, είναι σαν να ζεις και στο παρελθόν και στο μέλλον». Απλά αλλάζει το σκηνικό ή ο χώρος. Πιστεύω πως η συμπεριφορά μας, το πώς είμαστε ως άνθρωποι, το πώς αντιμετωπίζουμε τα πράγματα, τους συνανθρώπους μας και την ίδια μας τη ζωή είναι το ίδιο πράγμα. Για αυτό τον λόγο τα έργα αυτά αφορούν τον κόσμο, όπως και οι αρχαίες τραγωδίες και όλα τα κλασικά έργα. Στη συγκεκριμένη νουβέλα, ο χαρακτήρας του Ιβάν Ιλίτς μοιάζει -στο περίπου- με τον άντρα της Άννα Καρένινα. Είναι ένας άνθρωπος σχεδόν ρομπότ. Δεν υπήρχε συναίσθημα μέσα του, δεν εκφραζόταν, δεν μιλούσε πολύ. Για παράδειγμα, στη σκηνή της κηδείας του Ιβάν Ιλίτς, πηγαίνουν όλοι οι φίλοι του και ο ένας από αυτούς αναφέρει «Τον είδα νεκρό, αλλά το πρόσωπο του μου φαινόταν πιο ζωντανό ακόμα και από όταν ήταν ζωντανός». Ήταν ένας άνθρωπος τόσο ανέκφραστος και τόσο ψυχρός που ακόμα και ο θάνατος τον γλύκανε (γελάει). Υπάρχουν κανονικά αυτοί οι άνθρωποι, τους βλέπουμε γύρω μας.

Ως είδος, έχουμε επαναπαυτεί σε μία δυαδικότητα, ζωή-θάνατος, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, αδιαφορώντας για όλα τα ενδιάμεσα, τα οποία και ενδεχομένως γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ των δύο άκρων. Θεωρείτε πως είναι εγγενής αυτή η τάση δημιουργίας δίπολων;

Πάντα ξεκινάμε από τις βάσεις, δηλαδή το καλό και το κακό. Από εκεί και πέρα, το πώς δένονται αυτά μεταξύ τους, επιστρέφουμε και πάλι στον Μάρκο Αυρήλιο (γελάει), σκεπτόμενοι πως το κάθε πράγμα έχει την συνέχειά του σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο. Ακόμα και το κακό, όταν υπάρχει, είναι για να φωτίζει το καλό ή ακόμα και το ίδιο απαιτεί την διόρθωσή του. Είναι καλό να γνωρίζουμε και να αναγνωρίζουμε το κακό, με την έννοια να μπαίνουμε στη διαδικασία να το διορθώσουμε. Το πώς γεφυρώνονται είναι και η πορεία του πολιτισμού μας. Αν θέλουμε να λέμε και να είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι, όλα αυτά τα αντίθετα και ανάποδα, προσπαθούμε να τα γεφυρώνουμε ή να τα ομορφύνουμε. Αυτός είναι και ο ρόλος της τέχνης. Το να ομορφύνει τις ασχήμιες και να μας ωθεί να σκεφτόμαστε λίγο αλλιώτικα, πιο ανοιχτά, λίγο πιο βαθιά, ειδικά στην εποχή που ζούμε. Πρόκειται για μία εφιαλτική εποχή, ειδικά για την νέα γενιά ανθρώπων. Το μυαλό ξεφεύγει, έχει γίνει πλέον ένα με το κινητό, γίνεται χίλια κομμάτια. Δεν υπάρχει πια η έννοια της πλήρους συγκέντρωσης. Είναι κάτι που παρατηρούμε σε όλα τα επίπεδα. Σε επίπεδο επικοινωνίας ειδικά, οι σχέσεις είναι πολύ πιο ρηχές. Έχουμε 5.000 φίλους στο Facebook, όπου ο ένας μπορεί να γράψει κάτι και να τον διαγράψουμε απευθείας. Αυτό συμβαίνει κανονικά και στη ζωή μας. Δεν είναι ανθρώπινο το να επικοινωνείς με κάποιον, χωρίς ουσιαστικά να επικοινωνείς. Χωρίς να υπάρχει επαφή, να τον βλέπεις, να τον κοιτάς στα μάτια. Όταν η βασική μας επικοινωνία γίνεται έτσι, μας κάνει να μην επιδιώκουμε την πραγματική. Το θέμα είναι πώς το αντιμετωπίζουμε και πώς αντιστεκόμαστε. Μεγάλο θέμα πλέον είναι πώς θα συγκεντρωθούν οι θεατές. Υπάρχουν κάποιοι που θα ανοίξουν τέσσερις-πέντε φορές το κινητό τους για να δουν τι ώρα είναι, τι έγινε, ποιος τους κάλεσε. Υπάρχει μία τρομερή εξάρτηση. Είναι μεγάλο θέμα το ότι ξεκινάμε ένα βιβλίο, διαβάζουμε μία λέξη και μετά λέμε να την αναζητήσουμε στο ίντερνετ. Ανοίγουμε το κινητό και δεν ψάχνουμε τη λέξη γιατί είδαμε κάτι άλλο (γελάει). Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό και πού θα οδηγήσει όλη αυτή η κατάσταση. Αυτό που σε εμένα φαίνεται τρομακτικό είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Εκεί πλέον τα πράγματα είναι όντως τρομακτικά. Έχω ακούσει τραγούδια από κανονικές, ανθρώπινες φωνές που δεν πιστεύει κανείς ότι στην πραγματικότητα είναι τεχνητές. Εδώ και έναν χρόνο περίπου δεν ξέρουμε εάν ένα ποίημα έχει γραφτεί από άνθρωπο ή μηχανή.

Πέρυσι, το καλοκαίρι του 2023, η Ένωση Αμερικανών Ηθοποιών και η Ένωση Αμερικανών Σεναριογράφων προχώρησαν σε πολύμηνη απεργία, εξαιτίας συνεχιζόμενης εργατικής διαμάχης με τη Συμμαχία Παραγωγών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, η οποία διαμάχη αφορούσε την επίπτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στα εργασιακά τους δικαιώματα. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, οι τελευταίοι ζητούσαν από τους ηθοποιούς να εκχωρήσουν εσαεί το δικαίωμα οποιασδήποτε χρήσης του προσώπου και της φωνής τους για μελλοντικά project δίχως την αντίστοιχη καταβολή μισθού. 

Βεβαίως και μπορεί να συμβεί αυτό. Στα επόμενα χρόνια, θα μπορεί κανείς να φτιάξει μια ταινία με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και οποιονδήποτε άλλο. Ήδη μπαίνουμε μέσα σε ένα κινητό και αλλάζουμε πρόσωπα, έτσι για πλάκα. Είναι ένα θεματάκι πια (γελάει). Κατά πόσο αυτό είναι ηθοποιία; Δεν είναι; Τι είναι ο ηθοποιός; Τι είναι μια ταινία φτιαγμένη με συμβατικό τρόπο; Τι σημαίνει πλέον «γράφω»; Ακόμα και ένας συγγραφέας μπορεί να βάλει σε μία από αυτές τις μηχανές παραγωγής λόγου μία ιστορία, να αραδιάσει η μηχανή γραμμές διαλόγου και εκείνος από πάνω να κάνει τις αλλαγές που θέλει. Γενικά, πιστεύω ότι στην τέχνη πρέπει να δυσκολεύουμε τα πράγματα. Αυτό που αγαπάμε πρέπει να το προσεγγίζουμε από την δύσκολη πλευρά του. Να μας παιδέψει λίγο.

Άλλωστε, δεν λέμε τυχαία ότι για να ενδυναμωθεί ένας μυς κατά την διάρκεια προπόνησης πρέπει να ζοριστεί. Το ίδιο ισχύει επακόλουθα και με το μυαλό.

Φυσικά, σε όλα πρέπει να ζοριστούμε λίγο. Ακόμα και στη δουλειά μας. Προσωπικά, ναι μεν θέλω να περνάω καλά στη δουλειά (γελάει) αλλά δεν θέλω να μου έρχονται όλα εύκολα. Δεν θέλω ο ρόλος να έρχεται εύκολα και να τον προσεγγίζω εύκολα. Θέλω να το παιδέψω όλο αυτό. Ακόμα και για ό,τι γράφω ή για τα σκίτσα που κάνω. Θέλω να υπάρχει ένα βάσανο με την έννοια της ενασχόλησης με αυτό. Ότι δίνω σε όλα αυτά την αξία του χρόνου, την αξία της προσπάθειας. Η προσπάθεια θέλει κόπο, πώς να το κάνουμε τώρα. Δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά πρέπει να έχει μία αξία και ένα «βάρος». Και στο θέατρο, φυσικά.

Ένα αρκετά εφιαλτικό σενάριο, εάν με ρωτάτε.

Είναι λίγο. Όλο αυτό, από μία στιγμή και μετά, θα είναι δεδομένο για τον θεατή. Το ότι θα πάει να παρακολουθήσει κάτι αναληθές, ένα ψέμα. Το γενικό ψέμα, το γεγονός ότι ένας θεατής κάθεται δίπλα σε έναν συνάνθρωπό του, βλέπει μία σκηνή με φώτα και ανθρώπους να έχουν μάθει τα λόγια τους είναι μία σύμβαση. Μετά, από τη σύμβαση περνάμε στην κατάσταση. Εάν είναι καλή η παράσταση, ο κόσμος έχει «ανέβει» πάνω στην σκηνή, παρακολουθεί κάτι που πιστεύει ότι είναι αληθινό και «κουβαλάει» την αλήθεια του κάθε πράγματος. Όταν, όμως, η αλήθεια αυτού του πράγματος είναι ψεύτικη από την κατασκευή της ακόμα, ο θεατής δεν θα κουβαλήσει καμία αλήθεια. Απλώς, θα είναι μια διασκέδαση και τίποτα παραπάνω.

Υπάρχει μια φράση που λέει: «Ο Θάνατος είναι ο πρώτος εχθρός, αλλά και ο τελευταίος, και αυτός ο εχθρός νικάει πάντοτε. Μα και πάλι τον πολεμάμε». Αναρωτιέμαι, είναι όμως πραγματικά ο εχθρός;

Εγώ δεν πιστεύω ότι είναι ο εχθρός, είμαι λίγο της νοοτροπίας του Επίκουρου. Έλεγε να μην φοβόμαστε τον θάνατο, πως όταν έρθει δεν θα είμαστε εκεί. Όταν είμαστε εδώ, δεν είναι αυτός εδώ. Οπότε, δεν τον βλέπω ως εχθρό. Είναι ο κύκλος της ζωής, το ότι τελειώνουν και γεννιούνται τα πράγματα. Οπότε, δεν θα υπήρχε νόημα στη ζωή μας, αν ζούσαμε αιώνια. Δεν θα θέλαμε να ξυπνήσουμε, δεν θα θέλαμε να σηκωθούμε. Θα σκεφτόμασταν πως δεν υπάρχει λόγος να σηκωθούμε από τα κρεβάτια μας, ότι έχουμε έναν ωκεανό χρόνου μπροστά μας για να ξοδέψουμε. Αλλά, στην πραγματική ζωή, αυτό είναι που μας κάνει να σηκωνόμαστε, να πούμε μία καλημέρα ή μια καλησπέρα. Εγώ είμαι της καλησπέρας, είμαι μεσημεριανός τύπος διότι κοιμάμαι ξημερώματα (γελάει). Είναι αυτό που θα μας κάνει να δουλέψουμε, να πάμε να βρούμε τους φίλους μας. Είναι σκέψη που μας κάνει να συνειδητοποιούμε πως δεν θα είμαστε για πάντα εδώ.

Τελικά, αποτελεί το «γνώθι σαυτόν» το κλειδί για μια καλύτερη νοηματοδότηση της ζωής; Η συνειδητότητα ενός πεπερασμένου αριθμού ημερών;

Ναι, όλοι οι άνθρωποι νομίζουν ότι δεν τελειώνει ποτέ όλο αυτό, ειδικά όταν είσαι και πολύ νέος. Εγώ ακόμα νομίζω ότι δεν τελειώνει ποτέ αυτό. Ακόμα ονειρεύομαι για τις ταινίες που θέλω να κάνω, τα σενάρια που θέλω να γράψω. Μπορεί να μην κάνω και τίποτα, αλλά τουλάχιστον τα ονειρεύομαι. Μεταφέρουμε στο μέλλον το όνειρό μας. Πάντα το όνειρο έχει να κάνει με το μέλλον, με αυτό που θέλουμε να κάνουμε ή αυτό που θέλουμε να είμαστε. Βέβαια, αρκεί να μην μεταφέρουμε τα πάντα στο μέλλον και να μην ζούμε το παρόν. Περνάνε τα χρόνια έτσι χωρίς κανένα νόημα. Δεν ξέρω αν έχουμε την πολυτέλεια να φιλοσοφούμε σε μία τόσο πιεσμένη ζωή. Δυστυχώς, ζούμε σε χρόνια τα οποία δεν υπάρχει η πολυτέλεια της ξεκούρασης, της ηρεμίας, της σκέψης. Είναι όλα τόσο γρήγορα. Υπάρχει η αγωνία πληρωμής του ενοικίου. Ζούμε για να πληρώνουμε. Όλο αυτό, εκ των πραγμάτων, μας κάνει να μην μπορούμε να σταθούμε σε απόσταση και να κρίνουμε αν η ζωή μας είναι έτσι ή αλλιώς. Είναι αυτό που λέμε και για το έργο, για τον Ιβάν Ιλίτς. Όλη αυτή η μανία της κοινωνικής ανόδου και της καταξίωσης τον έκανε να μην ζήσει τις στιγμές με την κόρη του, με τον γιό του, να μην τους πει ποτέ «Σ’ αγαπώ», να μην έχει καμία επικοινωνία με την γυναίκα του. Το μόνο που τον διασκέδαζε είναι να βρίσκεται με τους συναδέλφους του και να παίζουν χαρτιά και πάντοτε να κερδίζει. Ο άνθρωπος που δεν θέλει να χάνει ποτέ, χάνει πολλά.

Έχει ενδιαφέρον η φιλοσοφική στάση του «θετικού μηδενισμού», η οποία και κηρύττει πως, ακριβώς επειδή τίποτα δεν έχει σημασία, ούτε και υπάρχει μία ουράνια πλάκα στον ουρανό που να υποδεικνύει τι πρέπει να γίνεται για να επιτευχθεί η ευτυχία, ο καθένας δύναται να δώσει νόημα όπου θεωρεί πως είναι σωστό.

Το πώς διαχειριζόμαστε τη ζωή είναι καθαρά προσωπικό θέμα. Βέβαια, έρχεται το σύμπαν, με την έννοια των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω μας, οι οποίοι φτιάχνουν επίσης τη ζωή τους. Δεν είμαστε μόνοι σε όλο αυτό. Όπου μπορούμε και ό,τι μπορούμε να διορθώσουμε στις σχέσεις μας, να το κάνουμε. Να αποφεύγουμε όσο μπορούμε τοξικούς ανθρώπους, καταστάσεις που θα μας φέρουν σε μία ταραχή. Να μην βάζουμε σκουπίδια στο κεφάλι μας. Δεν είναι ανάγκη να ανοίγουμε την τηλεόραση και, εν είδει «χαζέματος» να βλέπουμε το τάδε ριάλιτι. Δεν μας χρειάζεται. Ο καθένας να κάνει ό,τι πιστεύει καλό για τον εαυτό του.

Πάντοτε προσπαθώ να μου υπενθυμίζω την φράση του γνωστού, αδικοχαμένου ηθοποιού, Ρίβερ Φοίνιξ, που ήταν η εξής: «Τρέξε προς την σωτηρία με αγάπη και η ειρήνη θα ακολουθήσει».

Ακόμα και σε αυτό, η πρώτη λέξη είναι «τρέξε», δηλαδή «προσπάθησε». Αναγνώρισε πρώτα πού υπάρχει για να πας. Και να πας τρέχοντας. Όλα τα άλλα θα έρθουν.

Πέρα από το συγκεκριμένο έργο, συμμετέχετε και στις επίσης πού πετυχημένες παραστάσεις «Τα Ραδίκια Ανάποδα» και «Βότκα Μολότοφ».

Είμαι για 10ο χρόνο στα «Ραδίκια Ανάποδα», στο θέατρο «Altera Pars», όπου και αυτή η παράσταση διαπραγματεύεται τον θάνατο, στην οποία βέβαια σατιρίζεται περισσότερο η ζωή των ανθρώπων. Υποδύομαι δεκατρείς χαρακτήρες που εκφωνούν επικήδειους και ανάλογα την κατάσταση ειπώνονται πολλά και ουσιαστικά πράγματα. Πρόκειται για μια πολύ αστεία παράσταση, η οποία έκανε μια ωραία πορεία όλα αυτά τα χρόνια. Χαίρομαι που έχει επιτυχία και την 10η χρονιά. Νομίζω πως είναι και η πιο επιτυχημένη χρονιά «ζωής» αυτής της παράστασης. Είμαι φυσικά και στη «Βότκα Μολότοφ», στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος». Φέτος, που συμπληρώνω τριάντα χρόνια στο θέατρο ως επαγγελματίας συμμετέχω σε τρεις παραστάσεις. Και για αυτή την παράσταση αισθάνομαι ιδιαίτερα χαρούμενος, διότι υπάρχουν ουσιαστικά και ωραία κείμενα του Τσέχωφ, σε διασκευή Ελένης Ράντου.

Συνέντευξη: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΡΤΣΙΔΗΣ

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: “Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς” στο Θέατρο Αλκμήνη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button