

18/9/2013. Μια ημερομηνία που σημάδεψε την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, με την δολοφονία του Παύλου Φύσσα και την μετέπειτα πολύκροτη δίκη, ίσως την μεγαλύτερη της μεταπολίτευσης.
Ακριβώς. Η μεγαλύτερη πολιτική δίκη μετά την μεταπολίτευση. Τόσο σε βαρύτητα, όσον αφορά στη δύσκολη δικογραφία, διότι υπήρχαν τρεις υποθέσεις και έπρεπε να «δεθεί» η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, όσο και σε επίπεδο χρονικής διάρκειας, μιας και η δίκη διήρκεσε πεντέμισι χρόνια.
Ποια διαδρομή ακολούθησε για να γίνει παράσταση η ιδέα που είχατε επί του θέματος;
Η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για μία δύσκολη, δύσβατη και ταραχώδη διαδρομή. Η σύλληψη έγινε περίπου στα έξι χρόνια από την δολοφονία του Παύλου, οπότε τώρα μετράμε πάνω από έντεκα χρόνια συνολικά. Πέρα από τα εμπόδια που συναντήσαμε στο διάβα μας, ήρθε και ο κορωνοϊός, ο οποίος επίσης έδρασε ως ανασταλτικός παράγοντας. Για δύο χρόνια μπήκαν στον πάγο όλες οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Επί της ουσίας, η ιδέα ξεκίνησε με αφορμή ένα τετράδιο που μας είχε μοιράσει η μητέρα του, κυρία Μάγδα, στο ακροατήριο, στο Εφετείο, το οποίο τετράδιο έγραφε «Παύλος Φύσσας- Έξι Χρόνια Σιγά Μη Φοβηθώ». Μου είχε δώσει ακόμη ένα για μία φίλη μου, η οποία μόλις είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, και μου λέει «Δώσ’ το στη Μαρία να γράψει μία μέρα την ιστορία του Παύλου και να την λέει στην κόρη της». Κάποιες φορές γίνονται κάποια πράγματα που δεν είναι απόλυτα συνειδητά, είναι σαν μία έκλαμψη. Σκέφτηκα ότι κάπως πρέπει να καταγραφεί όλη αυτή η ιστορία του Παύλου. Ο καθένας σκέφτεται και βιώνει οτιδήποτε ανάλογα με την ιδιότητα που έχει. Εγώ είμαι ηθοποιός, οπότε κάπως έπρεπε να καταγράψω την ιστορία με θεατρικό τρόπο. Η παράσταση ξεκίνησε με πολύ διαφορετική μορφή από την σημερινή. Στην αρχή υπήρχαν τέσσερεις ρόλοι, μετά υπήρχαν δύο παράλληλοι μονόλογοι, μιας αντιφασίστριας και ενός φασίστα. Η απόφαση για την τελική του μορφή, αυτή του μονολόγου της «Δάφνης», της ηρωίδας που υποδύομαι εγώ τώρα, πάρθηκε με σκοπό να «κατεβάσουμε» τον προϋπολογισμό της παράστασης, για πολύ πρακτικούς λόγους δηλαδή. Είχαμε ήδη «φάει» απορρίψεις από κάποια ιδρύματα στα οποία είχαμε αποταθεί για να λάβουμε χρηματοδότηση, οπότε σκεφτόμασταν ότι ίσως έπρεπε να κάνουμε ένα πιο φιλικό και μικρότερο «μπάτζετ» προκειμένου να είναι και ευκολότερο να βρούμε τα απαραίτητα χρήματα.
Ποιο επρόκειτο να είναι το κεντρικό πρόσωπο του μονολόγου;
Καθώς δούλευα μέσα μου το όλο θέμα αναφορικά με το τι ήθελα να πω στην παράσταση, ποια ιστορία θέλω να πω και τι θέλω να βγει από τον μονόλογο, σκέφτηκα ότι ήθελα να καταδείξω αυτό το πάρα πολύ διαδεδομένο: Τι σημαίνει να παίρνει θέση ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος όχι απαραίτητα πολιτικοποιημένος, ίσως φοβισμένος, σκεπτόμενος πως μέχρι τη στιγμή του κακού δεν είναι δική του δουλειά να αλλάξει την ροή των πραγμάτων. Ο εν λόγω άνθρωπος, όμως, έχει κάποια υγιή αντανακλαστικά, μπορεί να ξεχωρίσει το άδικο από το δίκαιο, το καλό από το κακό, τη πράξη από την απραξία. Έτσι, θέλοντας να τιμήσω αυτόν τον μέσο άνθρωπο, ο οποίος –κατά την γνώμη μου- εκπροσωπείται επάξια από τις δύο πραγματικές αυτόπτες μάρτυρες το βράδυ της δολοφονίας, εκείνες τις δύο φοιτήτριες που έτρωγαν παγωτό στην οδό Τσαλδάρη, τη Δήμητρα Ζώρζου και τη Παρασκευή Καραγιαννίδου. Οι καταθέσεις τους υπήρξαν πάρα πολύ σημαντικές για την εξέλιξη της δίκης, διότι είδαν καρέ καρέ τη δολοφονία και αναγνώρισαν και πολλούς από τους θύτες των Χρυσαυγιτών. Μέσα από τις διηγήσεις και τις μαρτυρίες των κοριτσιών, το κατηγορητήριο βασίστηκε στην πραγματικότητα που ήθελε τον (Γιώργο) Ρουπακιά να εκτελεί εντολές εκ των άνωθεν και όχι να είναι ένας τρελός άνθρωπος που σκότωσε τον Παύλο λόγω μίας ενδεχόμενης βεντέτας. Ήταν πασιφανές πως ο,τι έγινε ήταν μία πολιτική δολοφονία.

Δεν με συμφέρει να το πω, αλλά νομίζω ότι αυτή η παράσταση, όποια στιγμή κι αν ανέβει, δυστυχώς θα είναι ανατριχιαστικά επίκαιρη. Συμβαίνει αυτό ακριβώς που λέτε, με τη άνοδο της ακροδεξιάς. Ο καπιταλισμός έχει αποτύχει. Βρισκόμαστε σε ένα μετα-καπιταλιστικό σημείο, όπου δεν υπάρχουν ιδεολογίες και πολιτική. Την παγκόσμια εξουσία δεν την έχουν πλέον πολιτικοί, αλλά εταιρείες. Το είδαμε και πρόσφατα, με το πόση αξία και πόσον χώρο κατέλαβε ο Ίλον Μάσκ στην ενθρόνιση του Ντόναλντ Τραμπ. Οπότε, ο καπιταλισμός παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί στην επιφάνεια, έχει αποτύχει. Επειδή ακριβώς ο καπιταλισμός με τον φασισμό είναι αδελφικά στοιχεία και έχουν αγαστές σχέσεις, οι άνθρωποι, λόγω της φτωχοποίησης και του μεταναστευτικού μένους, στρέφονται προς ακροδεξιές ρητορικές. Αυτές οι ρητορικές πάντοτε βρίσκουν και βασίζονται σε έναν εσωτερικό εχθρό, ο οποίος πάντοτε είναι ένας ξένος, ένας άλλος, κάποιος που δεν συνάδει με τα πρότυπα ενός φασίστα. Σε μία τέτοια κατάσταση, είμαστε όλοι εν δυνάμει θύματα. Γυναίκες, παιδιά, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, οι ιδεολογικοί εχθροί, οι πάντες. Όποιος νομίζει ότι ο φασισμός δεν θα τον αγγίξει, πλανάται οικτρά.
Ακόμη και όλοι όσοι θεωρούν ότι ανήκουν στο απυρόβλητο και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να ξεφύγουν από το στόχαστρο.
Ακόμη κι ένας άνθρωπος που μπορεί να είναι αγνωστικιστής και να έχει όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, να είναι λευκός, στρέιτ και πλούσιος, τότε κι αυτός είναι ένα εν δυνάμει θύμα, αν έχει μία ιδιότητα που ενδεχομένως θεωρείται «τζιζ». Οι χρυσαυγίτες είχαν ως κύρια απολογητική γραμμή ότι έκατσαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου για την ιδεολογία τους. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Οι πράξεις τους ήταν απότοκο και αποτέλεσμα μιας φασιστικής ιδεολογίας, αλλά έκατσαν στο εδώλιο για ποινικά κολάσιμες πράξεις: Για φόνο, απόπειρα φόνου και για σοβαρές σωματικές βλάβες. Τρεις ήταν οι υποθέσεις του όλου ζητήματος, όλες ξεχωριστές. Η μία αφορούσε έναν ράπερ αντιφασίστα καλλιτέχνη, η άλλη τους Αιγύπτιους μετανάστες που δούλευαν ως αλλιεργάτες και από θαύμα δεν δολοφονήθηκαν από τα χέρια των χρυσαυγιτών και η τρίτη υπόθεση ήταν συνδικαλιστές του Π.Α.ΜΕ, οι οποίοι θεωρούνταν ιδεολογικοί εχθροί από την Χρυσή Αυγή. Άρα, βλέπουμε πως η «βεντάλια» του φασισμού δεν αντέχει κανέναν.
Είμαι βέβαιος πως η παράσταση, μολονότι πολιτική, αλλά όχι κομματική, στοχεύει στο ευρύ κοινό, ανθρώπους που ταυτίζονται με την αριστερά ή την δεξιά παράταξη.
Μόνο πολιτική, καθόλου κομματική, όπως ακριβώς το λέτε. Αυτή ήταν και η δική μου επιθυμία. Να στοχεύει σε κάθε άνθρωπο που θεωρεί ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα δε μπορεί να χωράει ένα μόρφωμα που καμώνεται το κόμμα, αλλά έχει τάγματα εφόδου και στρατό. Αυτό αφορά όλους τους ανθρώπους. Προφανώς και στη δεξιά παράταξη υπάρχουν δημοκράτες και προοδευτικοί άνθρωποι. Αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι κάποια στιγμή ενδέχεται να ψήφισαν ένα συντηρητικό κόμμα όπως τη Νέα Δημοκρατία, τους περιμένω στην παράσταση, μη σας πω ότι θέλω ακόμα περισσότερο να έρθουν αυτοί παρά ένα κοινό που ούτως ή άλλως θα στήριζε μία τέτοια παράσταση, το κοινό της αριστεράς και της αναρχίας ενδεχομένως. Θα είναι για εμένα μεγαλύτερη ικανοποίηση να μπορέσω και να έχω ακόμη και έναν διάλογο μαζί τους. Αυτό είναι το θέατρο. Δεν δίνει απαντήσεις, θέτει ερωτήματα.
Θα το πάω ακόμη ένα βήμα παραπέρα. Θα θέλατε ανάμεσα στο κοινό να βρίσκονται και άνθρωποι που τρέφουν ακροδεξιές σκέψεις;
Δεν θα το ήθελα. Αυτός είναι ένας κόσμος που αντιβαίνει απόλυτα σε ο,τι πρεσβεύω και σε όλα αυτά για τα οποία μάχομαι. Δε νομίζω πως ένας άνθρωπος που έχει ασπαστεί τη συγκεκριμένη ιδεολογία είναι ανοιχτός να ακούσει κάτι άλλο. Δυστυχώς, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους είναι βαθιά αδιάφοροι και αγράμματοι άνθρωποι. Αυτό είναι το «καταπληκτικό». Οπότε, δε νομίζω ότι γενικά θα πήγαιναν σε οποιαδήποτε παράσταση. Δεν θα ασχολούνταν ποτέ με την έννοια της τέχνης, πόσω μάλλον με μια παράσταση που βάζει απέναντι της και στηλιτεύει απόλυτα αυτή την ιδεολογία. Δεν πιστεύω ότι ο φασισμός είναι ιδεολογία. Είναι κάτι άλλο. Κάτι που προτάσσει την βία δε μπορεί να είναι ιδεολογία. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει η ιδεολογία των δύο άκρων, δεν πιστεύω καν στην ύπαρξη αυτών. Πιστεύω ότι υπάρχει μόνο ένα, είμαι από αυτούς τους ανθρώπους. Δεν μπορώ να βάλω στην ίδια συνομοταξία τον φασισμό και τον κομμουνισμό, σε καμία περίπτωση. Θεωρώ ότι είναι ύβρις. Όχι. Δεν θα ήθελα αυτοί οι άνθρωποι να έρθουν στην παράσταση μου. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Είναι ένα διαρκές «ντιμπέιτ» που έχουμε με τους συναδέλφους μου στον χώρο του θεάτρου. Παίζουμε για όλους τους ανθρώπους;
Έτυχε ποτέ στο παρελθόν να κληθείτε να παίξετε σε παράσταση όπου παρίστατο ως θεατής ένας άνθρωπος, ο οποίος σας «φύτεψε» την αμφιβολία αν πρέπει να παίξετε ή όχι;
Κάποια στιγμή, είχα παίξει σε μία παράσταση και είχε έρθει ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας, σε μία πολύ ταραγμένη περίοδο. Έγινε σούσουρο στην παράσταση, ο κόσμος τον προπηλάκισε. Αναρωτηθήκαμε τι να κάνουμε. Παίζουμε ή δεν παίζουμε; Τελικά παίξαμε. Εγώ, που είμαι ένας άνθρωπος που τιμώ πολύ το κοινό και θα έπαιζα μπροστά σε οποιονδήποτε, αν ερχόταν ένας φασίστας που τον γνωρίζω, όπως ο Μιχαλολιάκος για παράδειγμα, θα αρνιόμουν να παίξω. Αν τους δώσεις αυτό το βήμα και κανονικοποιήσεις αυτό το κακό, είναι σαν να θεωρείς ότι μπορούν να είναι μέρος μίας γενικότερης κοινότητας, στην οποία συμβαίνουν διάφορα: Οι άνθρωποι ζουν, πάνε στο θέατρο, στο σινεμά, σε συναυλίες, πάνε τα παιδιά στο σχολείο. Όχι. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν απομόνωση, όχι ενσωμάτωση.

Μετά τις δηλώσεις που έγιναν στα τέλη του Ιανουαρίου από ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου, όπως αυτές του ηθοποιού, κυρίου Άρη Σερβετάλη, και του Ευρωβουλευτή πλέον, κυρίου Νίκου Αναδιώτη, δηλώσεις που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων ως σκοταδιστικές όσον αφορά στο θέμα αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, θεωρείτε πως τέτοιου είδους πεποιθήσεις οφείλουν να έχουν τη θέση τους στον δημόσιο διάλογο και να καταρρίπτονται απευθείας ή θα ήταν ωφελιμότερο να μην εκφράζονται καν;
Είναι ουτοπικό να μην εκφράζονται καθόλου. Θεωρώ υγιές αντανακλαστικό των ανθρώπων το γεγονός ότι αυτές οι δηλώσεις δεν μένουν αναπάντητες και ξεσηκώνουν, όπως λέτε, σωρεία αντιδράσεων. Αν ήμασταν σοβαρότερη χώρα, θα έπρεπε να υπάρχουν και κάποιες συνέπειες για τέτοιου είδους δηλώσεις. Βγαίνει ο κάθε βλάκας και εκφράζει απόψεις που πλήττουν ανθρώπους, οι οποίοι δεν ανήκουν καν σε αυτή τη συνομοταξία. Είναι αστείο ότι τέτοιου τύπου παρόμοιες, όμορες απόψεις εκφραστήκαν από δύο ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικούς χώρους με σημαντική επιρροή. Ο ένας είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, ο Σερβετάλης, ο άλλος… Τι να πω τώρα για αυτόν άνθρωπο; Τι ήταν πριν γίνει Ευρωβουλευτής, ένα πρώην μοντέλο; Ανεπάγγελτος, επί της ουσίας. Έτυχε να συνταχθεί με ένα ακροδεξιό κόμμα, τη «Νίκη», και να πάει στην Ευρωβουλή. Από εκεί και μόνο καταλαβαίνει κανείς την ποιότητα της πολιτικής μας εικόνας και των πολιτικών που ψηφίζουμε. Θεωρώ ότι τέτοιου είδους απόψεις είναι επικίνδυνες, διότι για αυτά τα πράγματα, όπως για το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του σώματος και της άμβλωσης, έχουν δοθεί μάχες επί μαχών επί χρόνων από το γυναικείο κίνημα και τις φεμινίστριες για να μπορέσουμε νομικά να τα κατοχυρώσουμε. Είναι ντροπή να εκφράζονται τέτοιες απόψεις από ανθρώπους που δεν τους πέφτει λόγος, μιας και δεν έχουν καν μήτρα. Επίσης, μου φαίνεται τρομερά παράδοξο πώς γίνεται ένας άνθρωπος τόσο θρήσκος, ένθεος, που ασπάζεται τον χριστιανισμό, να μπορεί να πει ότι είναι προτιμότερο να γεννά κανείς ένα παιδί και να το πετάει. Πόσο χριστιανικό είναι αυτό; Αντιβαίνει και στα δικά του πιστεύω. Εγώ που δεν είμαι θρήσκα και δεν ασπάζομαι τον χριστιανισμό, αυτό δεν θα καταδεχόμουν ποτέ να το πω, διότι καταλαβαίνω τι σημαίνει να γεννιέται ένας άνθρωπος και να τον παρατάνε οι γονείς του. Αυτά είναι σοβαρά πράγματα για να λέγονται στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι αστεία. Μία γυναίκα βιασμού τι πρέπει να κάνει; Να γεννήσει το παιδί που προέκυψε μετά τον βιασμό της; Γιατί πρέπει να πέφτει λόγος στον κάθε Σερβετάλη και στον κάθε άντρα τι θα κάνει μία γυναίκα με το σώμα και την μήτρα της; Εγώ που είχα καρκίνο στις ωοθήκες και θα πέθαινα αν δεν τις αφαιρούσα, τι θα έπρεπε να κάνω, κατά τον κύριο Σερβετάλη; Να γεννήσω το παιδί και να πεθάνω;
Σε ανάλογες δηλώσεις είχε προβεί και η συνάδελφος σας, κυρία Θεοφανία Παπαθωμά, η οποία έκανε λόγο για το «κάρμα της μαμάς, στο οποίο οφείλονται τα παιδιά μετά από έναν βιασμό».
Ακόμη πιο οδυνηρή δήλωση. Η κυρία Παπαθωμά είναι γυναίκα και μάνα. Είναι δυνατόν να λέει τέτοια πράγματα;
Χρειάζεται κανείς να έχει την εκ των έσω εμπειρία για να μιλήσει για ορισμένα θέματα;
Όχι. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να έχει εμπειρία προκειμένου να εκφράσει γνώμη για κάτι. Όμως, αυτό που χρειάζεται να κάνει είναι να καθίσει και να σκεφτεί σε τι συνίσταται και πώς μπορεί να τραυματίσει κάθε τι που λέει έναν άλλον άνθρωπο. Ας πούμε, εγώ που υπερασπίζομαι τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα και θεωρώ ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα πρέπει να έχει τα ίδια δικαιώματα με εμένα, δεν ανήκω σε αυτήν την κοινότητα. Παρόλα αυτά, προφανώς και όταν αναφέρομαι σε πράγματα που δεν γνωρίζω, φροντίζω να μάθω, να πληροφορηθώ. Πάντα προσπαθώ οι δημόσιες τοποθετήσεις μου να είναι όσο γίνεται πιο προσεκτικές, διότι καταλαβαίνω ότι ο λόγος και η γλώσσα είναι δύναμη και φέρουν ενέργεια. Καλούμαστε αυτή τη στιγμή, με το ζήτημα του τι είναι «politically correct» και τι δεν είναι, να μάθουμε μία νέα γλώσσα. Πρέπει να την μάθουμε. Η εξέλιξη δεν μπορεί να είναι μόνο προϊοντική. Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, αλλά αυτό συμβαίνει. Αν οι κοινωνίες δεν εξελίσσονταν, θα είχαμε μείνει στην εποχή όπου οι γυναίκες δεν ψήφιζαν, στο απαρτχάιντ του ρατσισμού και στα συναφή. Δε μπορεί, λοιπόν, να εξελισσόμαστε σε όλα τα υπόλοιπα, αλλά να μένουμε στις ίδιες απόψεις που είχαμε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Κάποιοι άνθρωποι έχουν παλέψει για αυτά, έχουν θεσπιστεί νόμοι. Δε μπορεί ο καθένας να τα καταστρατηγεί επειδή έτσι του «κάπνισε».
Ως είδος, για ποιον λόγο κατασπαταλούμε πολύτιμο χρόνο υπομένοντας καταστάσεις και συμπεριφορές, προτού ευαισθητοποιηθούμε και αναλάβουμε δράση; Γιατί πρέπει να γίνει το κακό πρώτα και μετά να ξυπνήσουμε;
Επειδή οι άνθρωποι είναι πολύ «χωμένοι» στις δικές τους υποθέσεις. Νομίζω ότι είναι και λίγο υπεκφυγή αυτό το πράγμα. Πιστεύουμε ότι, εάν στρέψουμε το βλέμμα μας, μπορεί και να φύγει το πρόβλημα. Κάποια στιγμή της παράστασης, η ηρωίδα το λέει πολύ ωραία και εύγλωττα: «Πίστευα πάντα στη ζωή μου ότι αν αγνοήσω τη βία θα φύγει, θα χαθεί με τον αέρα». Οπότε, πολλές φορές ίσως πρόκειται και για αυτοπροστασία. Απλώς κάποια στιγμή έρχεται το κακό σε τεράστιο μέγεθος και χτυπάει ένστικτα, εκείνες τις «κόκκινες γραμμές» που έχουν οι άνθρωποι. Μετά από ένα σημείο, σκέφτεσαι «Ως εδώ, αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ». Επίσης, ο καθένας έχει ένα όριο. Ένα όριο ηθικής, αντοχής, ένα όριο που βάζει στον εαυτό του σε σχέση με το τι μπορεί να αποδεχτεί και τι όχι. Νομίζω ότι αυτό το όριο είναι διαφορετικό, αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ σεβαστό. Γενικότερα, ήμουν ένας πολύ επικριτικός άνθρωπος. Επειδή ήμουν ένας θαρραλέος άνθρωπος, το «λίγο» των άλλων δεν το αποδεχόμουν. Μου φαινόταν σαν μία έλλειψη θάρρους και λεβεντιάς. Μετά την ασθένεια του καρκίνου, έχω γίνει πολύ πιο συγκαταβατική. Έχω μάθει να σέβομαι τα όρια, καταρχάς του σώματος, του δικού μου, που δεν τα σεβόμουν, αλλά και τα ψυχικά όρια.
Παρότι αδιαμφισβήτητα ο ελληνικός λαός χαρακτηρίζεται από σύνδρομο ταχείας λησμονιάς, πιστεύετε πως έχει αρχίσει να επέρχεται μια αλλαγή, ειδικά αν συνυπολογίσουμε το βροντερό «παρών» στις ανά την υφήλιο συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για τα Τέμπη, λίγο πριν την «μαύρη» επέτειο των δύο ετών από την ημέρα του δυστυχήματος;
Δύο χρόνια καθόμαστε όλοι και αναρωτιόμαστε παγωμένοι «μήπως και;». Λένε ότι ο κόσμος βρίσκεται εν υπνώσει. Εγώ δεν θα το πω ποτέ αυτό. Θα πω ότι ο κόσμος είναι κουρασμένος, απογοητευμένος και ματαιωμένος. Κάποια στιγμή χρειάζεται μία «σπίθα», μία ηγετική μορφή για να τον εμπνεύσει. Το έγκλημα στα Τέμπη συνέβη πριν από δύο χρόνια. Αυτό, όμως, που συνέβη με τις μαζικές διαδηλώσεις δεν νομίζω να το περίμενε κανείς. Ήρθε η στιγμή, ήταν η χρονική συγκυρία για να συμβεί. Αυτό, σε μία συνειδητή συλλογικότητα, λειτούργησε. Όποιος πάει να το υποτιμήσει, σημαίνει ότι δεν διαβάζει σωστά τα μηνύματα της κοινωνίας. Είναι μία υπόθεση στην οποία μπορεί να ταυτιστεί ο μέσος Έλληνας, εν αντιθέσει με μία πολιτική δολοφονία ενός «antifa» ή ενός μετανάστη, όπου δεν υπάρχει ευκολία στην ταύτιση. Μιλάμε για παιδιά, για ανθρώπους που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι ο καθένας από εμάς. Ίσως για αυτό να υπήρχε αυτή η μαζικότητα. Όλοι μας εν δυνάμει είδαμε τον εαυτό μας πάνω σε εκείνο το τρένο.
«Ήταν όλοι τους παιδιά μας».
Ακριβώς. Είναι αυτό που λέμε συχνά, ότι σε αυτή την χώρα ζούμε από τύχη. Για παράδειγμα, επειδή ο πατέρας μου ήταν Λαρισαίος και είχαν χωρίσει με την μητέρα μου, εγώ αυτό το τρένο χρησιμοποιούσα για να πάω να τον δω στις διακοπές. Ξέρω τον κάθε σταθμό απ’ έξω και ανακατωτά. Οπότε, ο καθένας μας ίσως έχει μία σύνδεση, έναν φίλο, έναν συγγενή, για τους οποίους να έχει χρησιμοποιήσει αυτό το τρένο. Δεν πήγανε να κάνουν «bungee jumping» για να θεωρούμε ότι διέτρεχαν κίνδυνο ούτως ή άλλως. Κάτι απλό και καθημερινό πήγαν να κάνουν οι άνθρωποι που έχασαν την ζωή τους. Το αιφνίδιο μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Κι ο τοίχος που βρίσκεται απέναντι μου μπορεί να πέσει και να με πλακώσει. Αυτό που έγινε στα Τέμπη δεν ανήκει στην τελευταία κατηγορία, δεν ήταν ατύχημα. Αυτό λένε και οι γονείς. Αν δεν επρόκειτο για ατύχημα, τουλάχιστον να διερευνηθεί τι ήταν. Αυτό το οφείλουμε στα παιδιά μας, σε όλους. Είναι υποχρέωση μας να μάθουμε τι έγινε. Ήταν 57 άνθρωποι.
Υπάρχει ποτέ περίπτωση να διαλυθεί άπαξ και δια παντός το «αβγό του φιδιού», να εξαφανιστεί ο φασισμός;
Πιστεύω πως όχι, δυστυχώς. Ίσως σε μία άλλη εποχή, όταν εμείς δεν θα ζούμε. Μπορεί τα παιδιά του μέλλοντος να κάνουν καλύτερα τα πράγματα, αλλά τα τωρινά δείγματα που έχω δεν με κάνουν να αισθάνομαι καθόλου ασφαλής και αισιόδοξη. Αν μία χώρα σαν την Γαλλία, η οποία ανέκαθεν είχε αγωνιστικά και δημοκρατικά αντανακλαστικά και εκπροσωπεί και αντιπροσωπεύει τον Διαφωτισμό, την Ελευθερία και την Δημοκρατία, εκλέγει την φασίστρια (Μαρί) Λεπέν, που από σπόντα δεν ηγήθηκε της χώρας, πώς να νιώσει κανείς; Όταν ένας λαός με μία γνώση του τι εστί πολιτική του Τραμπ ξαναψηφίζει αυτόν τον γελωτοποιό, αυτό το γκροτέσκο υποκείμενο, αυτόν τον παράφρονα, τι να συζητάμε; Πόσα αποθέματα ελπίδας να έχει κανείς; Ταξιδεύω πολύ συχνά στην Λατινική Αμερική, είναι ένα κομμάτι του πλανήτη που αγαπώ πάρα πολύ, μία ταραγμένη γωνία με πολιτική αστάθεια και αγώνες που έχουν δοθεί. Μόνο από εκεί βλέπω κάπως μία ελπίδα, με την έννοια της διεκδίκησης από τους λαούς, όπως τότε, στην Χιλή, στις μαζικές συγκεντρώσεις ή στην Κολομβία, όταν εξελέγη ο (Γκουστάβο) Πέτρο ή στην Βολιβία. Βλέπουμε, όμως, ότι γίνονται συνεχώς πραξικοπήματα. Έρχεται η Αμερική και θέλει να εγκαταστήσει κάποιον δικό της. Κι αυτοί οι άνθρωποι αιματοκυλούνται εκεί πέρα για να ανασάνουν.
Αν κάτι έχει δείξει η ιστορία, είναι ότι οι μεγαλύτερες αλλαγές προκαλούνται μετά από αιματοκύλισμα.
Το είχε πει και ο Γκάτσος: «Με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρά». Από τότε, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Δεν είναι φοβερό;
Μετά από όλα αυτά τα χρόνια και τις προσωπικές σας εμπειρίες και τον χρόνο που αφιερώσατε στη δίκη, δίπλα στη κυρία Μάγδα Φύσσα, τι είναι αυτό που εν τέλει σας μένει στο μυαλό, η τελευταία πρόταση που σκέφτεστε για την συγκεκριμένη παράσταση;
Αυτή η παράσταση είναι για εμένα μία «συμπύκνωση» δύο δικών μου πολύ σημαντικών ταυτοτήτων. Του μαχόμενου αγωνιστή ανθρώπου και του καλλιτέχνη. Μου είναι ιδιαίτερα παρηγορητικό κατά έναν τρόπο.
Συνέντευξη: Βασίλης Τσερτσίδης









