

Όντας κατάκοπος από τον απολογισμό της ημέρας, ανοίγω την ατζέντα για να δω αν μου ξέφυγε κάτι και όντως μου είχε ξεφύγει. Μία γίδα. Ένα τόσο αθώο ζωντανό πλάσμα, μία ύπαρξη συνταυτισμένη με τη φύση, ούσα ταυτόχρονα και μια από τις καλύτερες παραστάσεις που είχα την τιμή να παρακολουθήσω τα τελευταία χρόνια. «Η Γίδα» του Έντουαρντ Άλμπι, στο θέατρο «Artbox Fargani», σε σκηνοθεσία Παύλου Δανελάτου, προκάλεσε μια άρδην αλλαγή στο μυαλό μου για το τι εστί μαύρη κωμωδία. Ευτυχώς που παραμέρισα την εξουθένωση εκείνης της ημέρας και αποφάσισα να ακολουθήσω το πρόγραμμα μου, να δω την εν λόγω παράσταση.
«Η Γίδα» τοποθετεί στο προσκήνιο μια φαινομενικά ευτυχισμένη τριμελή οικογένεια που δεν της λείπει τίποτα. Ο Μάρτιν, σύζυγος της Στίβι και πατέρας του Μπίλι, είναι ένας εξέχων αρχιτέκτονας, πανέτοιμος να αναλάβει τον σχεδιασμό μιας «παγκόσμιας πόλης» στην Αμερική. Το τέταρτο πρόσωπο της υπόθεσης είναι ο Ρος, δημοσιογράφος και επιστήθιος φίλος του Μάρτιν. Ο Μάρτιν έκανε το… τραγικό λάθος να συμπληρώσει τα πενήντα έτη ζωής (η χρήση του επιθέτου «τραγικό» δεν ήταν διόλου τυχαία). Το όλο σαθρό οικογενειακό οικοδόμημα αρχίζει να κλονίζεται συθέμελα όταν ο Μάρτιν, υποκύπτοντας στο πρωτόγονο συναίσθημα βαθιά θαμμένο στο μύχιον της ψυχής του, γνωρίζει και ερωτεύεται παράφορα μία γίδα, τη Σύλβια. Από εκεί κι έπειτα, το χάος. Κατά τη διάρκεια μιας προγραμματισμένης συνέντευξης, ο Μάρτιν εκμυστηρεύεται το μέχρι τότε επτασφράγιστο μυστικό του στον Ρος κι εκείνος επακόλουθα το εξομολογείται στη Στίβι.
Ένα από τα θέματα που αποτολμά να αγγίξει το εξαιρετικό αυτό έργο του Αμερικάνου συγγραφέα είναι και η ενστικτώδης, ανεξέλεγκτη ορμή του ανθρώπου. Ο Μάρτιν, πηγαίνοντας κόντρα σε όποιο κοινωνικό καλούπι κι αν είχε βολευτεί υποσυνείδητα, υποχωρεί και γονατίζει μπροστά στο μεγαλύτερο θαύμα της ζωής, τον έρωτα. Δεν πρόκειται μόνο για ωμή, σαρκική επαφή με τη Σύλβια, αλλά για μια εκ βαθέων, ίσως και καρμική έλξη. Φορώντας πλέον γύρω από το στέρνο του την ταμπέλα του κτηνοβάτη, γκρεμίζει ο,τι είχε χτίσει στη μέχρι τότε ζωή του, αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο στη ζωή των αγαπημένων του ανθρώπων. Εξωθεί στα όρια της παράνοιας τη Στίβι, η οποία αρνείται πεισματικά να δεχτεί ότι ο άντρας της προβαίνει σε μία τόσο αποτρόπαια πράξη. Ο δε γιος τους, Μπίλι, βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από τη μία, υπεραγαπά τον πατέρα του και από την άλλη τον κατηγορεί για την οικειοθελή καταστροφή της οικογένειας τους.

Άξιο αναφοράς είναι και ένα άλλο θέμα που θίγεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Μέχρι που φτάνει η εξουσία που ασκεί ένας άνθρωπος πάνω σε ένα ζώο; Ο Άλμπι, αλλά και ο σκηνοθέτης, Παύλος Δανελάτος, χρησιμοποιώντας έναν ιδιαίτερα δηκτικό τρόπο, βάζουν τους χαρακτήρες να ακροβατούν μεταξύ ρεαλισμού και σουρεαλισμού, χιούμορ και φρικαλεότητας προκειμένου να αναδείξουν στην επιφάνεια ένα ζήτημα μείζονος σημασίας. Έχοντας εξημερώσει ένα σωρό ζώα, σκοτώνοντας δε τα υπόλοιπα για τροφή, ένδυση, μέχρι και διακόσμηση, το επόμενο βήμα για τον άνθρωπο είναι και η σεξουαλική επαφή. Ένα ζήτημα που προφανώς με βρίσκει αντίθετο, όπως άλλωστε και κάθε πολιτισμένο άνθρωπο, ωστόσο εκτιμώ το γεγονός συμπερίληψης ενός τόσο ευαίσθητου και ιδιαίτερου θέματος σε μια θεατρική παράσταση. Αν μη τι άλλο, αυτός κατ’ εμέ είναι και ο πρωταρχικός ρόλος της οποιασδήποτε τέχνης, να μην «χαϊδεύει» τα αφτιά του θεατή, αλλά να ζορίζει τον εγκέφαλο του να σκεφτεί κάτι που προηγουμένως ούτε κατά διάνοια τολμούσε να συλλογιστεί.
Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το έτος έκδοσης του θεατρικού έργου, ακριβώς στην αρχή του 21ου αιώνα, το 2000. Μολονότι ο χαρακτήρας του Μάρτιν υποστηρίζει εκστατικά και μέχρι τέλους την κοινωνικά απορριπτέα σχέση του με τη Σύλβια, είναι απρόθυμος να αποδεχτεί την ομοφυλοφιλική φύση του γιου του Μπίλι. Ο Άλμπι, όντας ο ίδιος ομοφυλόφιλος και έχοντας ζήσει εκ των έσω τις δεκαετίες στην εποχή της απελευθέρωσης, βρίσκει πρόσφορο έδαφος και επιλέγει πολύ συνειδητά να εγείρει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Γιατί δεν είχε υπάρξει μέχρι τότε καθολική αποδοχή της ομοφυλοφιλίας; Σε μια έντονη και συγκινησιακά φορτισμένη στιγμή, ο Μπίλι γεμάτος οργή και παράπονο ανταπαντά πως «κάνει ο,τι κάνει με ανθρώπους, όχι με ζώα», παρουσιάζοντας απόλυτα φυσιολογική την σεξουαλική του ταυτότητα, όπως ακριβώς και είναι.
Η σκηνογράφος, Δανάη Πανά, επιμελήθηκε τεχνηέντως το σκηνικό, χρησιμοποιώντας σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα αποχρώσεις του μαύρου και του γκρι στους τοίχους, τα έπιπλα και εν γένει τα σκηνικά αντικείμενα. Η επιλογή της αυτή θεωρώ πως εξυπηρετούσε τον σκοπό δημιουργίας αισθήματος εγκλεισμού, το σπίτι τους μου θύμιζε πολύ ένα εφιαλτικό κελί φυλακής, από το οποίο οποίο κανένα πρόσωπο του έργου δεν μπορούσε να αποδράσει.
Όσον αφορά στο κομμάτι των ερμηνειών, θα τις χαρακτήριζα ως «master class» υποκριτικής. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αποδεικνύει περίτρανα και για ακόμη μια φορά πως φροντίζει οι παραστάσεις του να είναι άρτιες, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ευθύς εξαρχής δεν παρατηρούσα ηθοποιούς επί σκηνής, αλλά χαρακτήρες. Είχα πολύ μεγάλο διάστημα να διακρίνω τέτοια ζηλευτή χημεία μεταξύ ηθοποιών. Είτε επρόκειτο για μονόλογο είτε για τους εκάστοτε διαλόγους, δεν χώρα αμφιβολία για την απρόσκοπτη ροή και εγκυρότητα της αλήθειας κάθε ήρωα. Οι δραματικές παύσεις, ο φρενήρης ρυθμός του λόγου όπου χρειαζόταν, οι γεμάτες ενδοιασμό εκφράσεις των προσώπων τους πριν μιλήσουν, καθώς και η έντονη σωματική τους κίνηση ήταν μερικά από τα στοιχεία που με «έμπασαν» απευθείας στη ζωή που είχαν πάνω στη σκηνή.
Ο Κωνσταντίνος Χατζησάββας και η Λίλα Βλαχοπούλου, ως Μάρτιν και Στίβι αντίστοιχα, μου χάρισαν δυο από τις δυνατότερες ερμηνείες που είχα τη τιμή να βιώσω. Αμφότεροι υπήρξαν τρομερά αφοπλιστικοί με τους χαρακτήρες τους, δεν βρίσκονταν μόνο σε διαρκή πάλη ο ένας ενάντια στον άλλον, αλλά κυρίως απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Αλληλοσυμπληρώνονταν με θαυμαστό τρόπο, κι ας ήταν οι απόψεις τους διαμετρικά αντίθετες. Ο Χατζησάββας, ειλικρινής και ανέλπιστα ανθρώπινος, υπήρξε το ενδεδειγμένο παράδειγμα τραγικού ήρωα, εκείνου που πάσχιζε να αποδείξει την αθωότητα των πράξεων του, σε ένα περιβάλλον αμιγώς ενάντιο. Η Βλαχοπούλου, σαν άλλη Μαινάδα εν εξάλλω καταστάσει, γέμιζε τη σκηνή με τη παρουσία της, ένα επίτευγμα διόλου εύκολο. Τα συναισθήματα δραπέτευαν με τρομακτική άνεση από το σώμα της, δεν την εντόπισα στιγμή μέσα στο σώμα του χαρακτήρα της. Αντιθέτως, είδα μια εξαπατημένη γυναίκα να καταλαμβάνει την υλική υπόσταση της ηθοποιού για να βρει το δίκιο της. Ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος, ως Ρος, στάθηκε επάξια στο ύψος των περιστάσεων ως η πρώτη φωνή λογικής που αποκήρυξε μετά βδελυγμίας την επιλογή του Μάρτιν. Τέλος, ο Φαμπρίτσιο Μούτσο, ως Μπίλι, ενδεχομένως και το μεγαλύτερο θύμα της υπόθεσης, έδωσε ρέστα ερμηνεύοντας τον ρόλο του. Εξοπλίζοντας τον Μπίλι με μια εκ πρώτης όψεως αφελή παιδικότητα, μία προσέγγιση που εικάζω πως οφείλεται στη σκηνοθετική σύλληψη του Παύλου Δανελάτου, άδραξε την ευκαιρία να ξεστομίσει αλήθειες που τσάκισαν κόκαλα, τόσο των συμπρωταγωνιστών του όσο και του κοινού.
Η παράσταση δεν είναι η καθιερωμένη μαύρη κωμωδία, όπως την έχουμε συνηθίσει σε εμπορικές θεατρικές παραστάσεις. Έπιανα διαρκώς τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι είναι αυτό που τον κάνει να γελά διστακτικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κουνούσα συγκαταβατικά το κεφάλι μου, σκεπτόμενος τι έβλεπα και άκουγα εκείνη τη στιγμή, σε τι υπόθεση «έμπλεξα». Αισθανόμουν συμμέτοχος στη τραγικωμωδία, σαν να βρισκόμουν κι εγώ εντός των τεσσάρων τοίχων και παρακολουθούσα ανήμπορος να συνδράμω στη συζήτηση. Δίχως να θέλω προδώσω το τέλος του έργου, αναφέρω μόνο πως έχει την κατάληξη ενός κλασικού αρχαιοελληνικού δράματος, μιας τραγωδίας, εν προκειμένω κυριολεκτικής.
Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΡΤΣΙΔΗΣ
Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: Η «Γίδα» του Έντουαρντ Άλμπι από το ΚΘΒΕ στο Artbox Fargani










