ΕΙΔΑΜΕ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΜΕ

Είδαμε και προτείνουμε: “Το μπουφάν της Χάρλεϋ ή πάλι καλά” με την Μαριάννα Τουμασάτου στο Θέατρο Αυλαία

Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή την παράσταση «Το Μπουφάν της Χάρλεϋ» με τη μοναδική Μαριάννα Τουμασάτου, στο φιλόξενο θέατρο Αυλαία. Πρόκειται για έναν συνταρακτικό μονόλογο, πασπαλισμένο με το αξεπέραστο συστατικό της μητρικής αγάπης, όλα δοσμένα αριστοτεχνικά από την πένα του Βασίλη Κατσικονούρη και την ροκ σκηνοθετική ματιά του Αλέξανδρου Σταύρου.

Μια Ελληνίδα μάνα επισκέπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα τον γιο της, ο οποίος είναι Εύζωνας στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Στο πρόσωπο της συγκεντρώνονται όλες οι Ελληνίδες μάνες με την ίδια άσβεστη αγάπη, την άνευ όρων δοτικότητα, με το ίδιο πάγιο αίτημα τα παιδιά τους να πάρουν ζακέτα μήπως και κρυώσουν, με το ίδιο συγκινητικό και απαράλλαχτο τάπερ με ζεστό φαγάκι. Περνά την ώρα της εκεί, ενθυμούμενη παλιότερες στιγμές με τον μονάκριβο της, μοιράζεται μαζί του πτυχές της νεανικής της ζωής, αλλά τον ενημερώνει ταυτόχρονα και για την τωρινή της κατάσταση. Αναφέρει συχνά το μπουφάν του μηχανόβιου, ροκά γιού, καθώς και την δεύτερη «γυναίκα» της ζωής του, μία χάρλεϋ ντέιβιντσον. Φοβάμαι πως αδυνατώ να περιγράψω άλλο τη πλοκή, διότι θα προδώσω ένα ιδιαίτερα σημαντικό μέρος που αποτελεί και πυρήνα του έργου.

Προσπαθούσα να καταλάβω την βαθύτερη σημασία που έχει ο τίτλος του έργου, αλλά τη συνειδητοποίησα μετά το τέλος της παράστασης. Και τα δύο αυτά αντικείμενα είναι υπεύθυνα για την εξέλιξη της πλοκής, αμφότερα έχουν κάνει κατάληψη στον κατακερματισμένο ψυχισμό της ανώνυμης ηρωίδας. Τόσο το μπουφάν, όσο και η μηχανή έχουν συνταυτιστεί με το μοναχοπαίδι της.

Οφείλω να ομολογήσω πως δεν μπορώ να είμαι αμερόληπτος με την έναρξη της παράστασης, μιας και το τραγούδι που σηματοδότησε την αρχή είναι το ‘Come as You Are’ των θρυλικών Νιρβάνα, ενός συγκροτήματος που αγάπησα και αγαπώ ακόμα, της μπάντας που στάθηκε ακλόνητος φίλος και υποστηρικτής όλων των εφηβικών μας επαναστάσεων, όπως κι αν αυτές εκδηλώθηκαν. Το τραγούδι δεν επιλέχθηκε κατά τύχη, καθώς όσοι γνωρίζουν τους στίχους έχουν την ευκαιρία να προϊδεαστούν για ό,τι θα ακολουθήσει. Στη σκηνή εισέρχεται ο Εύζωνας της Προεδρικής Φρουράς και λαμβάνει τη θέση του δίπλα στο κουβούκλιο. Μολονότι βρέχει, καταφτάνει αλαφιασμένη η απτόητη μάνα για την καθιερωμένη της επίσκεψη, με όλα της τα συμπαρομαρτούντα και με μία κόκκινη ομπρέλα. Αρχίζει να μονολογεί, δίχως φυσικά να υπάρχει ανταπόκριση από τον Εύζωνα, εφόσον κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Εκείνη όμως συνεχίζει ατάραχη, ακούει τις απαντήσεις στο μυαλό της και αναλόγως απαντά. Τον πλησιάζει πολλές φορές διστακτικά (ψυχή τε και σώματι), γνωρίζοντας εμπειρικά ότι μάλλον θα την επιπλήξει με μία του κίνηση.

Καθόλη τη διάρκεια, δημιουργεί μια αντίθεση εξιστορώντας την παιδική της ηλικία και τον βίο που διάγει σήμερα. Κεντρική θέση στη νοοτροπία της καταλαμβάνει η σκέψη «πάλι καλά», έναν τρόπο ζωής που αναγκάστηκε να υιοθετήσει από πολύ μικρή, εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών στις οποίες ανατράφηκε. Αυτός ο τρόπος είναι κάτι που επ’ ουδενί θα ήθελε και για τον γιο της, άλλωστε φροντίζει σε μία συγκινησιακά φορτισμένη στιγμή να το εκφράσει ακριβώς όπως το νιώθει. Αρνείται να ενστερνιστεί ότι το παιδί της θα είναι υποχρεωμένο να συμβιβαστεί όπως εκείνη, να λέει διαρκώς ένα ξεψυχισμένο «πάλι καλά», να κοιτά μόνο προς τα κάτω και ποτέ προς τα πάνω.

Θα ήθελα να αφιερώσω λίγες παραπάνω αράδες σε δύο στοιχεία του έργου: Στον ρουχισμό της ηρωίδας και στη θεατρική σύμβαση της βροχής. Πρωτίστως, δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια είναι ντυμένη στα μαύρα, με μοναδικό διαφορετικό χρώμα το κόκκινο στη μπλούζα και στην ομπρέλα της. Γίνεται γνωστό από την ίδια ότι κουβαλά μέσα της ένα  εφιαλτικό βάρος, ένα αποσιωπημένο «γιατί», ένα γράμμα που δεν έστειλε ποτέ, μία κουβέντα που δεν πρόλαβε να πει. Ως εκ τούτου, η καρδιά της ράγισε και μάτωσε, με το  συμβολικό αίμα να φτάνει έξω από το σώμα, «πνίγοντας» την μπλούζα με κόκκινο, παραδόξως διατηρώντας την ηρωίδα ζωντανή εν μέσω του γενικότερου, κατηφούς μαύρου. Συμπληρωματικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζει και η ομπρέλα, ως μια άλλη ασπίδα που ύψωσε, ως φωτοβολίδα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να «επιπλεύσει», να σωθεί. Το φλογερό κόκκινο έρχεται σε πλήρη ρήξη με το ήρεμο κυανό του νερού, με τη βροχή που πέφτει. Τα δύο αυτά στοιχεία της φύσης χρησιμοποιούνται στη κάθαρση, η μεν φωτιά με τη μανιασμένη της διάλυση, το δε νερό με την γαλήνια αναγέννηση. Με εξιτάρει η σκέψη ότι ίσως το νερό στη παράσταση να είναι ένας τρόπος της φύσης που στέλνει ηχηρό μήνυμα στην βασανισμένη μάνα να προχωρήσει παρακάτω, να σβήσει τη ψυχική λαίλαπα που την τυραννά, να αφήσει το νερό να την οδηγήσει όπου είναι γραφτό της.

Η Μαριάννα Τουμασάτου απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι δικαίως βρίσκεται εδώ που βρίσκεται. Παρατηρώντας την να εξομολογείται στιγμές της ζωής της, ένιωσα πώς έπαψα να έχω την ανθρώπινη υπόσταση ως θεατής και μετουσιώθηκα σε εικόνα από τα εφηβικά της χρόνια. Διαθέτει έναν αξιοθαύμαστο τρόπο να εκπέμπει από τα μάτια της ό,τι βλέπει, λέει και αισθάνεται, το ιερό τρίπτυχο ενός επιτυχημένου ηθοποιού. Η εύπλαστη γλώσσα του εκφραστικού της σώματος εν συναρτήσει με την προαναφερθείσα ικανότητα της, την βοήθησαν να αποδώσει επακριβώς την ταραχώδη ζωή  ενός ανθρώπου που ακόμα παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρόλο της μάνας και της γυναίκας.

Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΡΤΣΙΔΗΣ

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: “Το μπουφάν της Χάρλεϋ ή πάλι καλά” με την Μαριάννα Τουμασάτου στο Θέατρο Αυλαία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button