ΠΡΟΣΩΠΑ

Μιχαήλ Δουκάκης: Ελπίζω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δε θα μιμείται τη ψυχή των ανθρώπων

Ο Ελληνοαμερικανός ηθοποιός, Μιχαήλ Δουκάκης, ο οποίος ζει και εργάζεται στις Η.Π.Α, έρχεται για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Αυλαία, με τη παράσταση «Ο Επικήδειος», ένα έργο για το οποίο καταχειροκροτήθηκε σε Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Ευρώπη και Ελλάδα. Ανιψιός της Οσκαρικής ηθοποιού, Ολυμπίας Δουκάκη, αλλά και του πρώην υποψηφίου Προέδρου Αμερικής, Μάικλ Δουκάκη, έχει έντονο το στοιχείο του ελληνισμού στο αίμα του, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα και από τη φροντίδα πάνω στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, το οποίο και ερμηνεύει με σαρωτική επιτυχία τα τελευταία τρία χρόνια. Είμαι αιωνίως ευγνώμων για τη συνέντευξη!

Συνεχίζετε για 3η χρονιά με τον «Επικήδειο». Τι πιστεύετε πως παρακίνησε τον πολυγραφότατο Ιάκωβο Καμπανέλλη ούτως ώστε να συγγράψει το έργο; Σε ποιους ανθρώπους εστιάζει;

Συζητώντας το ίδιο θέμα με την κόρη του συγγραφέα, κυρία Κατερίνα, καταλήξαμε στο ότι σαρκάζει, αυτοσαρκάζεται, αλλά και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας. Παρόλο που το κείμενο γράφτηκε πάνω από 30 χρόνια πριν, η εν λόγω πραγματικότητα εξακολουθεί να είναι ίδια και απαράλλαχτη, οπότε μιλάμε για ένα διαχρονικό κείμενο. Επειδή ο Καμπανέλλης στο έργο μιλά για έναν συγγραφέα και τους συγγραφείς γενικότερα, παρατηρεί και ο ίδιος κάποια πράγματα για τον εαυτό του, πέρα από όλους τους υπόλοιπους συγγραφείς και καλλιτέχνες που θέλουν να αποκτήσουν υστεροφημία μετά θάνατον. Αυτές οι αγωνίες του βγαίνουν πάνω στο κείμενο, ένα κείμενο που έχει δουλέψει για πάρα πολύ καιρό. Εάν κάποιος παρατηρήσει το χιούμορ και το πόσο προσεγμένη είναι η επιλογή της κάθε λέξης, θα διαπιστώσει ότι αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε μέσα σε ένα βράδυ. Μιλάμε για ολόκληρα χρόνια δουλειάς. Για αυτό εξακολουθεί να συγκινεί, να βγάζει πολύ γέλιο και να είναι επίκαιρο μέχρι και σήμερα.

Τι ρόλο διαδραμάτισε η κυρία Κατερίνα Καμπανέλλη στη γενικότερη υποστήριξη της παραγωγής;

Από τη πρώτη κιόλας στιγμή, ήταν φιλικά προσκείμενη στο όλο εγχείρημα. Νομίζω πως ήταν από τους πρώτους θεατές που είδαν την παράσταση στην Αθήνα. Την ενθουσίασε αυτό που κάναμε, διότι είναι μοναδικός ο τρόπος που το παρουσιάζουμε. Συνήθως τον ρόλο αναλαμβάνει ένας ηλικιωμένος ηθοποιός, αλλά μας άρεσε τόσο πολύ το κείμενο που δεν μπορούσαμε να περιμένουμε να φτάσω σε αυτή την ηλικία (γελάει). Η κυρία Καμπανέλλη είναι μαζί μας σε αυτό το «ταξίδι», παρακολουθεί, υποστηρίζει, μιλάει για αυτό το έργο όπου κι αν παίζω. Είναι σημαντική συμπαραστάτης. Με τη δική της υποστήριξη, φέτος το καλοκαίρι παίξαμε τη παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο «Ιάκωβος Καμπανέλλης» της Νάξου, την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Η ανταπόκριση του κόσμου κι εκεί ήταν εξαιρετική. Υπάρχουν διάφορα βίντεο που ο κόσμος δεν πιστεύει αυτό που συμβαίνει, βγαίνει από το θέατρο κατενθουσιασμένος. Δεν μου έχει ξανατύχει με άλλα έργα που έχω παίξει.

Πώς μεταμορφώνεστε στον ρόλο;

Με πολύ make-up. Με έχει βοηθήσει πολύ η Ναϊάδα Σαγρή, ώστε να μπορώ να μεταμορφώνομαι κάθε φορά, όχι μόνο κινησιολογικά, αλλά και εμφανισιακά.

Παρά τη μακάβρια φύση της υπόθεσης, με ιντριγκάρει η ελληνική και αγγλική ετυμολογία του τίτλου. «Επικήδειος» από τη μία, δηλαδή ο λόγος που εκφωνείται κατά τη διάρκεια μιας κηδείας, της φροντίδας του τεθνεώτος, και «Eulogy» από την άλλη, μία φύσει ελληνική λέξη: «Ευλογία», καλός λόγος. Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι με αυτόν τον τρόπο ερχόμαστε ένα βήμα πιο κοντά στη κατανόηση του μεγαλύτερου μυστηρίου όλων των εποχών; Πρέπει να το κατανοήσουμε;

Ένα από τα πολλά που αναφέρει ο «συγγραφέας», ο κεντρικός χαρακτήρας δηλαδή, όταν προσπαθεί να πείσει τον άλλο συγγραφέα δια του τηλεφώνου για να γράψει ο ένας τον επικήδειο του άλλου, είναι το εξής: «Τάσο, αυτή είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μας!» (γελάει). Όπως ακριβώς είπατε, αποδίδει τόσο μεγάλη σημασία στον ωραίο λόγο, στον επικήδειο που θα ακουστεί κατά τη διάρκεια της κηδείας. Το όλο ζήτημα του πρωταγωνιστή είναι πως έχει γυρίσει στο σπίτι του μετά από μία κηδεία ενός συναδέλφου συγγραφέα, η οποία κηδεία έλαβε χώρα με μεγάλες δόξες και τιμές. Όμως, αυτές οι δόξες και οι τιμές ήταν για έναν ‘nobody’- που λέγαμε και στο χωριό μου- έναν κυριολεκτικά «κανέναν», ο οποίος παρόλα αυτά είχε τα μέσα και φρόντισε εν ζωή να καταξιωθεί και όλοι να τον αποκαλούν κορυφαίο. Όλη αυτή η κατάσταση έχει εξοργίσει τον ήρωα μου, ο οποίος και αφιερώνει πάρα πολύ χρόνο δοκιμάζοντας κόλπα και τερτίπια προκειμένου να πείσει τον συνάδελφο συγγραφέα που έχει στο τηλέφωνο να γράψουν τους εκατέρωθεν επικήδειους. Ο τίτλος του έργου ακούγεται λίγο εκφοβιστικός, οπότε κανείς δε ξέρει τι είναι αυτό που τον περιμένει στη παράσταση.

Τι αποκομίζουν οι θεατές από τη παράσταση;

Μετά από όλες αυτές τις φορές, έχουμε διαπιστώσει ότι ειδικά ο νέος κόσμος ξεκαρδίζεται στα γέλια. Όσο πιο μεγάλοι σε ηλικία είναι οι θεατές, εξακολουθούν να χαμογελούν, αλλά κάποιοι είτε είναι μαγκωμένοι σε ορισμένα σημεία είτε συγκινούνται. Οπότε, αναλόγως την ηλικία και το χιούμορ του καθενός, η παράσταση δίνει διαφορετικά πράγματα στον κάθε θεατή, από τρομερό γέλιο μέχρι συγκίνηση. Αυτό είναι που κάνει το έργο και αριστούργημα, κατά τη γνώμη μου. Πρόκειται για ένα μεγαλοφυές κείμενο, όχι μόνο επειδή το έγραψε ένας άνθρωπος που είχε περάσει από στρατόπεδα συγκεντρώσεως κι έβλεπε καθημερινά τον θάνατο με τα μάτια του, αλλά επειδή έχει καταφέρει να συγκινήσει από τον πιο απλό θεατή, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με το θέατρο, μέχρι τον πιο πεπειραμένο που έχει καλλιεργηθεί βλέποντας παραστάσεις, διαβάζοντας βιβλία και τα συναφή. Αυτό είναι κάτι που εμένα με συγκινεί. Χαίρομαι να βλέπω όλη αυτή τη πληθώρα συναισθημάτων και διαφορετικών αντιδράσεων. Όσο κι αν ακούγεται παράλογο αυτό που προετοιμάζει ο κεντρικός ήρωας –διότι το προετοιμάζει με μεγάλη λεπτομέρεια- πολλοί από τους θεατές ταυτίζονται με τον κεντρικό ήρωα, τον συγγραφέα. Ο χαρακτήρας έχει κανονίσει μέχρι και πόσα κανάλια θα βιντεοσκοπήσουν τη κηδεία, τι θα ειπωθεί επακριβώς ούτως ώστε να αποκτήσει υστεροφημία.

Ποια ήταν η στάση που τήρησε η Ελληνοαμερικανική κοινότητα των Η.Π.Α απέναντι στη παράσταση; Ετύγχανε ευρείας αποδοχής;

Η ανταπόκριση του κοινού στο εξωτερικό ήταν απίστευτη και συγκινητική. Όλοι οι άνθρωποι, σύμφωνα με δικές τους παραδοχές, νιώθουν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης μεταφέρονται στην Ελλάδα. Οπότε, αυτό από μόνο του είναι πολύ συγκινητικό για όλους μας.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό, κάποιο στιγμιότυπο μετά τη παράσταση, ίσως λόγω ιδιαίτερης συγκίνησης, που να σας έχει χαραχτεί αναλλοίωτο στη μνήμη;

Θυμάμαι αρκετά συμβάντα. Υπήρχε ένας ραδιοφωνικός παραγωγός που είδε φέτος τη παράσταση στη Νέα Υόρκη και μετά μιλούσε για ώρες ολόκληρες στο ραδιόφωνο για αυτή. Όχι μόνο διαφήμιζε το έργο, αλλά σε κάποια στιγμή είπε: «Πηγαίνετε να δείτε τη παράσταση απόψε το βράδυ και θα επιστρέψω την τιμή του εισιτηρίου σε όποιον δεν αρέσει». Πέρυσι, ένας άνθρωπος συγκινήθηκε τόσο πολύ που αποφάσισε να δώσει 3.000 δολάρια για να παρακολουθήσουν δωρεάν την παράσταση ελληνόφωνοι δάσκαλοι. Δεν είναι το θέμα το ποσό, αλλά η πράξη του.

Μια συμβολική κίνηση.

Ακριβώς. Έχουν συμβεί πολλά όμορφα πράγματα κατά τη διάρκεια αυτής της περιοδείας και αυτό μας δίνει το κίνητρο συνεχίζουμε. Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε από δική μου πρωτοβουλία, όταν είχα βρει το κείμενο στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» και το αγάπησα απευθείας. Είχα αποφασίσει ότι θα το δουλέψω όσο περισσότερο μπορώ. Μετά από ένα διάστημα, ανακάλυψα την εξαιρετική σκηνοθέτη και ηθοποιό, Τατιάνα Σκανάτοβιτς, με την οποία και δουλέψαμε λέξη-λέξη, πρόταση-πρόταση το έργο, μέχρι και τα αποσιωπητικά των προτάσεων. Με πολύ σεβασμό και ζήλο, φτιάξαμε αυτή τη δουλειά, η οποία μάλλον είναι «σταθμός» για εμένα, είναι ίσως η καλύτερη μου ερμηνεία μέχρι τώρα. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα, επρόκειτο για ένα μοναχικό ταξίδι. Κλείναμε τον επόμενο «σταθμό» με δυσκολία, εφόσον δεν υπήρχε από πίσω ως υποστηρικτική δύναμη κάποιος μεγάλος παραγωγός. Πλέον, όμως, επιτέλους η κατάσταση έχει αλλάξει. Ο Γιώργος Βάλαρης έχει αναλάβει την καλλιτεχνική επιμέλεια και η «Attica Productions» τη παραγωγή στο θέατρο «Αυλαία». Είναι μεγάλη τιμή για εμάς αυτή η εμπιστοσύνη. Μιας και πλέον αναγνωρίζεται η δουλειά μας ευρέως, θεωρούμε καθήκον μας να δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό σε αυτές τις δέκα παραστάσεις που θα δώσουμε στη Θεσσαλονίκη.

Εφόσον ζείτε και εργάζεστε στην Αμερική, πού έγκεινται οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ ελληνικής και αμερικανικής προσέγγισης σε μία παραγωγή;

Το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό είναι ο επαγγελματισμός και η συνέπεια. Στην Αμερική, εάν κάποιος είναι ασυνεπής και δεν κάνει τη δουλειά που πρέπει, αυτό θα γίνει απευθείας γνωστό. Οι άνθρωποι μιλούν ο ένας στον άλλον. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, δύσκολα μετά θα βρει κανείς δουλειά. Στην Ελλάδα, παλαιότερα υπήρχε η αντίληψη ότι όσο πιο φευγάτος είναι ένας καλλιτέχνης, τόσο ευκολότερα του δικαιολογούνται κάποια πράγματα και  κακές συμπεριφορές. Ελπίζω να έχουν αλλάξει πλέον τα πράγματα. Οπότε, η πρώτη ειδοποιός διαφορά με το εξωτερικό είναι αυτή που σας ανέφερα. Έπειτα, ακριβώς επειδή έχω επικεντρώσει τις προσπάθειες μου στην υποκριτική κινηματογράφου τα τελευταία οκτώ χρόνια στο Λος Άντζελες, έχω διαπιστώσει ότι ένας ηθοποιός οφείλει να έχει τα «εργαλεία» για να φτιάξει έναν ρόλο χωρίς να πρέπει ο σκηνοθέτης να του υποδείξει χίλια δυο πράγματα. Ειδικά όταν κάποιος προσλαμβάνεται σε μία ταινία πρέπει εξαρχής να είναι έτοιμος, να καταφτάσει με προτάσεις για τον ρόλο. Εάν επιτευχθεί αυτό, φυσικά θα υπάρξουν και μικροαλλαγές από τη μεριά του σκηνοθέτη. Αυτό αφορά κυρίως στον κινηματογράφο. Σε ο,τι αφορά το θέατρο, υπάρχει μεγάλη διάθεση για έρευνα προτού ανέβει το οποιοδήποτε έργο, ώστε να πλησιάζει όσο περισσότερο γίνεται τον στόχο του συγγραφέα. Μολονότι υπάρχουν πολλές διαφορές, υπάρχει και ένα κοινό (γελάει). Οι αμοιβές στο θέατρο δεν είναι τόσο υψηλές. Και στο Λος Άντζελες. Οι αμοιβές είναι εξαιρετικά χαμηλές.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό που λέτε, διότι ο περισσότερος κόσμος νομίζει πως στην Αμερική οι άνθρωποι «πιάνουν τον ταύρο από τα κέρατα».

Πάντως, επικρατεί εντελώς διαφορετική κατάσταση στον χώρο του κινηματογράφου. Αν κάποιος έχει αναλάβει έναν καλό ρόλο, έχει και καλή αμοιβή. Θα έλεγα ότι το θέατρο χρησιμοποιείται κυρίως για να παρέχει έκθεση στον κάθε ενδιαφερόμενο, την οποία έκθεση θα χρησιμοποιήσει για να βρει ευκολότερα μία δουλειά στον κινηματογράφο.

Σαν σκαλοπάτι.

Ακριβώς. Τουλάχιστον αυτό έχω διαπιστώσει εγώ από όλα αυτά τα χρόνια μου ζώντας εκεί.

Για να επιστρέψουμε και στο κομμάτι της παράστασης, σε τι βαθμό είχε προσφέρει τις γνώσεις της η αξιομνημόνευτη, βραβευμένη ηθοποιός και θεία σας, Ολυμπία Δουκάκη;

Είχα τη χαρά να δουλέψω αποσπάσματα αυτού του έργου με την Ολυμπία -και στα ελληνικά και στα αγγλικά- στο σπίτι της στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Είναι ο βασικός λόγος που αφιερώνω τις παραστάσεις στη μνήμη της. Ήταν ένας θρύλος, ένας μοναδικός άνθρωπος, καλλιτέχνης, ακτιβίστρια, δασκάλα και μέντορας. Ήταν πολύ γενναιόδωρη μαζί μου. Βοήθησε πολύ σε κάποια αποσπάσματα, διότι τη σκηνοθεσία την είχε αναλάβει η Τατιάνα Σκανάτοβιτς. Νιώθω πως κουβαλάω ένα βάρος, όχι τόσο ως προς το όνομα, αλλά ως προς το έργο της.

Την πολιτιστική κληρονομιά.

Ακριβώς. Νομίζω πως είμαι ο μοναδικός από την οικογένεια που πλέον φέρει το επίθετο στον χώρο. Θα ήθελα να περπατάω πολύ προσεκτικά τα βήματα μου και να δίνω πολύ μεγάλη σημασία στην ποιότητα. Όπως και η Ολυμπία έκανε συνεχώς θέατρο δίχως να περιμένει τον κινηματογράφο, έτσι κι εγώ προσπαθώ να μην χάνω την επαφή μου με τις τέχνες. Η Ολυμπία είναι πάντα στο μυαλό μας και μας εμπνέει. Ήταν ένα παράδειγμα προς μίμηση. Πολλές φορές στο μυαλό μου την παραλληλίζω με τον Παρθενώνα. Νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη που κατάφερα να δουλέψω μαζί της για ένα διάστημα.

Είμαι βέβαιος πως, όπου κι αν βρίσκεται, είναι υπερήφανη για εσάς.

Το εύχομαι.

Εδώ και αρκετό διάστημα, συζητάται εντός καλλιτεχνικών κύκλων η άποψη που θέλει τον χώρο του θεάτρου και εν γένει του θεάματος να έχει αρχίσει να στερεύει από ιδέες. Εάν συνυπολογίσουμε και τη ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, τα πράγματα ενδεχομένως γίνονται πιο σκούρα. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη παγκόσμια σκηνή του θεάματος σήμερα;

Ζούμε τρομακτικές εποχές. Όπως ξέρετε, το Λος Άντζελες είναι η Μέκκα του κινηματογράφου. Χαίρομαι που πέρυσι απεργήσαμε για να διεκδικήσουμε καλύτερες αμοιβές, αλλά και για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τη τεχνητή νοημοσύνη, για την οποία δυστυχώς δεν υπήρχε καν η στοιχειώδης νομοθεσία για να μπουν κάποια φρένα. Επειδή οι ηθοποιοί και οι συγγραφείς κατάφεραν να εξασφαλίσουν μία δικλείδα ασφαλείας ώστε να μην «κλέβει» η τεχνητή νοημοσύνη τη δουλειά τους, έχει αλλάξει αρκετά το τοπίο και έχει ερημώσει ο κινηματογράφος. Δεν γίνονται πλέον πολλές παραγωγές. Επίσης, όσες Πολιτείες έχουν κατορθώσει να φτιάξουν νομικό πλαίσιο, έχουν χάσει τα στούντιο, τα οποία γυρνούν πλέον τις ταινίες τους είτε σε άλλες Πολιτείες, όπως η Ατλάντα, είτε σε άλλες χώρες όπως ο Καναδάς και το Μεξικό είτε στην Ευρώπη. Ελπίζω στην Ελλάδα να ξυπνήσουν εγκαίρως και να το καταλάβουν όλοι. Οι ηθοποιοί να μην επιτρέπουν να σκανάρεται το πρόσωπο και το σώμα τους για ελάχιστες εκατοντάδες ευρώ, διότι αυτό τους καταστρέφει για όλη τους τη ζωή. Η εικόνα τους θα βρίσκεται για πάντα μέσα σε μία βάση δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να την αναπαράγει οποτεδήποτε του ζητηθεί. Οπότε, καμία παραγωγή δεν θα θέλει να προσλάβει κάποιον που ήδη είναι «καταχωρημένος». Έχω δει κάποιους φίλους μου από το Λος Άντζελες να είναι σε βίντεο που λένε τις ειδήσεις, δίχως να είναι ο εαυτός τους. Έχουν σαρωθεί τα χαρακτηριστικά τους και σαν ρομπότ πλέον λένε τις ειδήσεις.

Screenshot

Μία αρκετά τρομακτική και δυσοίωνη κατάσταση.

Είναι τρομερό. Εδώ και χρόνια βλέπαμε στο Λος Άντζελες τα ρομποτάκια να διανέμουν φαγητό στα σπίτια, το γνωστό delivery. Τις προάλλες είχα πάθει πλάκα όταν το πρωτοείδα αυτοκίνητο δίχως οδηγό. Ένα όχημα με πολλές κάμερες τριγύρω και χωρίς οδηγό. Λειτουργεί σαν Uber, το οποίο παραγγέλνεις κανονικά, αλλά καταφτάνει για να σε παραλάβει χωρίς να υπάρχει άνθρωπος μέσα. Άρα, και οι οδηγοί χάνουν πλέον τη δουλειά τους. Πάντοτε όμως προσπαθώ να βρίσκω μία χαραμάδα φωτός σε όλα. Ελπίζω ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μιμείται τη ψυχή των ανθρώπων, άρα ποτέ δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει ηθοποιούς στο θέατρο, όσο καλά κι αν γίνουν τα ρομπότ. Το ίδιο ελπίζω και για τους συγγραφείς, διότι πλέον ο καθένας μπορεί να ανοίξει μια εφαρμογή και να αποκτήσει ολόκληρο σενάριο, πληκτρολογώντας μόνο δύο-τρεις λέξεις κλειδιά ως κατευθυντήριες οδηγίες για τη τεχνητή νοημοσύνη. Ένα σενάριο δίχως ψυχή είναι κενό. Όπως, άλλωστε, και όλα αυτά τα βίντεο που κυκλοφορούν στο Youtube, τα οποία και είναι οφθαλμοφανές πως είναι ψεύτικα. Τα μάτια ή κάποια άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου ενός ανθρώπου κινούνται με αφύσικο τρόπο. Μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε το ψέμα από την αλήθεια. Εύχομαι ο κόσμος συνεχώς να το απορρίπτει.

Μία ακόμη ασφαλής ένδειξη περί αναγνώρισης της γνησιότητας ή μη ενός ανθρώπου είναι και τα επιπλέον δάχτυλα στα χέρια (γελάει).

Βλέπουμε πολλές τερατογενέσεις (γελάει). Ευτυχώς ο κόσμος αντιδρά. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο Λονδίνο, στο οποίο και υπήρξαν τεράστιες αντιδράσεις για μία ταινία που δημιουργήθηκε με τεχνητή νοημοσύνη που οδήγησαν τον κινηματογράφο σε κατέβασμα της ταινίας, ακύρωσαν τις προβολές της. Έχουν υπάρξει αντιδράσεις ακόμα και για τη νέα ταινία του Τομ Χανκς, στην οποία και παρουσιάζεται δεκαετίες νεότερος. Βλέπω πως σοβαροί ηθοποιοί αντιτίθεται δημοσίως σε αυτό, λένε ότι είναι λάθος, ότι είναι σαν να δίνεις έγκριση στη τεχνητή νοημοσύνη να σε χρησιμοποιεί για πάντα. Διαπιστώνω πως όλοι μας σιγά σιγά παίρνουμε θέση σε αυτό το ζήτημα, καταλαβαίνουμε πόσο πολύ θα επηρεάσει όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως επαγγέλματος.

Όπως προαναφέρατε, πέρα από την υποκριτική, ασχολείστε και με τη συγγραφή σεναρίων. Τι επιφυλάσσει το μέλλον όσον αφορά στα επόμενα σας βήματα;

Έχω ήδη κάποια σενάρια που θέλω να γίνουν ταινίες, κάποια από αυτά έχουν πάρει και αρκετά βραβεία. Επιθυμώ τα σενάρια που αφορούν την ενδοοικογενειακή βία, τη κλιματική αλλαγή και τον ναρκισσισμό να μεταφερθούν σύντομα στον κινηματογράφο.

Όσο συντομότερα γίνεται, θα προσέθετα εγώ.

Το αντιλαμβάνομαι. Το θεωρώ άκρως επείγον. Επίσης, θέλω να ταξιδέψω ανά τον κόσμο με τον «Επικήδειο», καθώς και με άλλα έργα. Ο «Επικήδειος» είναι στα ελληνικά, ακόμα και στο εξωτερικό. Εκεί χρησιμοποιούμε αγγλικούς υπέρτιτλους για όλους όσοι δεν γνωρίζουν ή δεν θυμούνται καλά τα ελληνικά.

Θα χαρούμε να σας υποδεχτούμε στη Θεσσαλονίκη, πόσω μάλλον κατά την εορταστική περίοδο, όπου ο κόσμος που ενδεχομένως δεν έχει συντροφιά να μπορεί να επιλέξει μία ιδιαίτερη παράσταση με χιούμορ και στοχασμό.

Πιστεύω πως θα είναι ο ιδανικός τρόπος για να κλείσει κανείς το βράδυ του.

Συνέντευξη: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΕΡΤΣΙΔΗΣ

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: “Ο Επικήδειος” του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο Θέατρο Αυλαία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button