

Με τον Νίκο Παπάζογλου γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια, καθώς ήμασταν και συμμαθητές στη δραματική σχολή. Περιττή λοιπόν κάθε τυπική προσφώνηση, μιας και η φιλία κρατάει ακόμα! Ας αφήσουμε λοιπόν τον Νίκο να μας μιλήσει για την παράσταση!
Νίκο μου, θα ήθελα να πεις τι άλλες σκηνοθετικές δουλειές έχεις κάνει και τι ήταν αυτό που σου προκάλεσε το ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη!
Έχω σκηνοθετήσει κυρίως μικρές ομάδες σε εργαστήρια, δήμους κλπ. Πως προέκυψε αυτό: Με συνάντησε ο Ιωάννης Λάκης, μου περιέγραψε την ιδέα που είχε στο μυαλό του και μου ζήτησε να αναλάβω τη σκηνοθεσία. Τον Ιωάννη τον γνωρίζω πολλά χρόνια, είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης και ένας σπάνιος άνθρωπος. Άκουσα προσεκτικά την ιδέα και αξιολόγησα τα δεδομένα. Είμαι 34 χρόνια στο χώρο και είχα ιδιαίτερη επαφή με αντίστοιχα «θεάματα» στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, οπότε ακούγοντας τις σκέψεις του, ένιωσα ότι μπορώ να το αναλάβω.
Ο πρωταγωνιστής και τραγουδιστής Ιωάννης Λάκης, έχει τόσο εξαιρετική φωνή, που άφησε άφωνους εμάς! Πόσο εύκολο όμως (ή δύσκολο) ήταν να τον κάνεις να λειτουργήσει ως ηθοποιός;
Αποδείχθηκε τελικά πιο εύκολο από ό,τι περίμενα, γιατί ο Ιωάννης έχει ένα βασικό προσόν που έχουν συνήθως οι καλοί ηθοποιοί. Είναι «στρατιώτης». Αυτό όπως ξέρεις για μας σημαίνει απόλυτα συνεργάσιμος, διαθέσιμος, ακούραστος και νοιάζεται για το καλό αποτέλεσμα. Φυσικά γνώριζα ότι είναι ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος καλλιτέχνης αλλά με εξέπληξε και με εντυπωσίασε με τις επιδόσεις του στις νέες γι’ αυτόν απαιτήσεις.
Οι φωτισμοί και η ατμόσφαιρα του έργου, αλλά κυρίως ο φωτισμός, οφείλω να πω ότι ήταν ιδανικός, γεγονός και αδιαμφισβήτητο, αλλά και πολύ σπάνιο από παραστάσεις τοπικών θιάσων. Είναι κάτι που έχεις διδαχθεί και τι δυσκολίες συνάντησες για την υλοποίηση του;
Ο φωτισμός είναι μέρος του σκηνοθετικού σχεδιασμού. Αρχικά ο σχεδιασμός ήταν διαφορετικός, αλλά ο απαιτούμενος εξοπλισμός δεν υπήρχε. Οπότε άλλαξα το σχεδιασμό και τροποποίησα την αρχική μου σκέψη, ώστε να μπορέσει να γίνει «ονειρικό», με εικόνες κοντά σε αυτό που ήθελα αλλά με τρόπο που να μπορεί να υλοποιηθεί. Το θέατρο Αθήναιον στήριξε σημαντικά το όραμά μου και τους ευχαριστώ. Εξαντλήσαμε όλα τα διαθέσιμα φώτα του θεάτρου και προστέθηκαν και επιπλέον μονάδες φωτισμού, που απαιτούνταν ειδικά για αυτή την παράσταση. Να ομολογήσω ότι κάποια ημέρα της τελευταίας εβδομάδας, χρειάστηκε να παραμείνω όλη τη νύχτα στο θέατρο με τους ειδικούς τεχνικούς ώστε να πετύχω την ατμόσφαιρα αλλά και κάποιες ιδιαίτερα απαιτητικές εικόνες. Καταλαβαίνεται τί σημαίνει αυτό…. Πρόβα την ημέρα, ξενύχτι για τα φώτα και πάλι πρόβα την επόμενη ημέρα…
Να προσθέσουμε όμως εδώ, ότι η ατμόσφαιρα αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, δίχως την εξαιρετική δουλειά της σκηνογράφου – ενδυματολόγου Αντωνίας Δροσινάκη.

Ο τίτλος, είναι τόσο σαρκαστικός, όσο και πρωτότυπος, ωστόσο προδίδει ένα μικρό μέρος του όλου θεάματος. Ίσως προϊδεάζει για τρελή κωμωδία, ενώ εσύ μιλάς για «συναυλία» τελικά τι από όλα είναι το έργο αυτό, που σίγουρα αποτελεί μια πολύ διαφορετική πρόταση ψυχαγωγίας!
Η παράσταση δεν μπορεί να καταταχτεί σε κάποιο γνωστό είδος. Εγώ την αποκαλώ «οπτικοποιημένη συναυλία». Υπάρχει φυσικά κείμενο και μάλιστα αξιόλογο, με χιούμορ και μηνύματα, από τη χρυσή πένα της Μαρίας Δεμίσογλου, η οποία έγραψε και τους υπέροχους στίχους των τραγουδιών. Όμως όλα εξυπηρετούν και συνδέουν τη μουσική. Η ιστορία κυλά κυρίως μέσα από τα τραγούδια. Το κείμενο τα στηρίζει και τα συνδέει διατηρώντας όμως μία θεατρική δομή. Πολύ δύσκολο και απαιτητικό όλο αυτό για να μπορέσεις να πετύχεις αποτέλεσμα όμορφο, στρωμένο, δεμένο και με ουσία. Επί σκηνής: Ένας κορυφαίος τραγουδιστής και συνθέτης ο Ιωάννης Λάκης, μία λαμπερή συμπρωταγωνίστρια με εξαιρετική φωνή η Βασιλική Γιαννακού, μία «ιδιαίτερη» και δυναμική μαμά η Μαρία Δεμίσογλου, ένας υπέροχος πιανίστας και συνθέτης ο Αλέξανδρος Τσακιρίδης καθώς και μικροί ρόλοι – έκπληξη με φωνές – off, οπτικά εφέ, επεμβατικές εμφανίσεις της σκηνογράφου-ενδυματολόγου, τρέλα και κορδέλα…
Ο διάλογος λείπει αισθητά από την παράσταση και σωστά βεβαίως εφ’ όσον δεν πρόκειται για πρόζα. Εσύ ως σκηνοθέτης πού πάτησες, πού ανέτρεξες ώστε να «στήσεις» ένα τέτοιο έργο, στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχει η μουσική αφήγηση και τα τραγούδια.
Ο λόγος και ο διάλογος δε λείπει ακριβώς από την παράσταση. Απλά κυριαρχεί το τραγούδι γιατί αυτό ήταν το ζητούμενο. Για το λόγο αυτό δαπανήθηκε και σημαντικός χρόνος για τη σύνθεση καλής πρωτότυπης μουσικής. Η αναλογία μουσικής προς λόγο είναι θα έλεγα 80 προς 20. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα, αυτό έπρεπε να υπηρετηθεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οπότε σαν σκηνοθέτης πρέπει να ξεφύγεις από κλασσικούς δρόμους και να σκεφτείς πιο αντισυμβατικά ώστε να δημιουργήσεις κάτι διαφορετικό που να υπηρετήσει σωστά το σκοπό.
Ποια ήταν τα συναισθήματά σου όταν τελείωσε η πρώτη παράσταση και που πιστεύεις ότι τελειώνει το «έργο» του σκηνοθέτη;
Στις παραστάσεις όπως όλοι οι καλλιτέχνες, έχω πάντα τεράστια αγωνία. Πάντα έτσι ήταν και έτσι θα είναι. Η αποδοχή του μεγάλου αυτού εγχειρήματος από τον κόσμο στο τέλος της πρεμιέρας, φυσικά έφερε ανακούφιση. Το έργο του σκηνοθέτη τελειώνει με την πρεμιέρα. Εκεί η δουλειά έχει ολοκληρωθεί, έχει παρουσιαστεί και ήδη κριθεί και ο θίασος οφείλει να τηρήσει τη σκηνοθεσία αναλλοίωτη έως το τέλος των παραστάσεων. Σε θιάσους όμως που λειτουργούν ως επαγγελματικές ομάδες και η συνεργασία είναι μόνιμη, δεν αποκλείεται ο σκηνοθέτης αν και εφόσον ζητηθεί να βοηθά και στη διάρκεια της πορείας της παράστασης.
Που θα τοποθετούσες την παράσταση χωροχρονικά;
Η παράσταση είναι ένα παραμύθι για μεγάλους. Ο χρόνος είναι σκόπιμα ακαθόριστος. Έχει στοιχεία που μας θυμίζουν εικόνες, ήχους και καταστάσεις οικείες. Από το παρελθόν αλλά και το παρόν. Ο ρομαντισμός που κυριαρχεί στην παράσταση υπάρχει και θα υπάρχει πάντα ακόμα και αν μεταλλάσσεται – αλλάζει η μορφή του.
Στην αρχή ο Ιωάννης Λάκης μιλάει, όσο μπορεί βέβαια ως… τραυλός, άμεσα με το κοινό. Από το δεύτερο μέρος του έργου (χωρίς αυτό να οριοθετείται τυπικά) με την εμφάνιση της Βίκυς Γιαννακού, που επίσης μας εντυπωσίασε, οι ηθοποιοί κλείνονται ή και… ανοίγονται στο δικό τους κόσμο συναισθημάτων! Πως κατόρθωσες -και μπράβο σου- με αυτά τα δεδομένα και την έλλειψη λόγου να δημιουργήσεις μια τόσο συγκινητική παράσταση;
Με έντεκα ολόκληρους μήνες σκληρής δουλειάς, σχολαστικότητα, πολύ αγάπη και αφοσίωση από όλους τους εμπλεκόμενους καλλιτέχνες, χωρίς συμβιβασμούς… Θέλουμε καλό επαγγελματικό θέατρο, που ψυχαγωγεί διδάσκοντας.
Σε ευχαριστώ πολύ!
Εγώ ευχαριστώ Κωστή! Εκτιμώ πολύ το χρόνο που διέθεσες για αυτή τη συνέντευξη, καθώς είσαι ένας καλλιτέχνης κυριολεκτικά… «αεικίνητος».
Συνέντευξη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΑΒΝΙΟΤΩΠΟΥΛΟΣ
Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: “Τραυλός Ηθοποιός – Φάλτσος Τραγουδιστής” – Ένα κωμικό μουσικό παραμύθι για μεγάλους στο Θέατρο Αθήναιον









