
Υπάρχουν φράσεις που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη την ιστορία μιας εποχής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η φράση «έβαλε τα γυαλιά», μια έκφραση που σήμερα χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να δείξουμε πως κάποιος ξεπέρασε τις ικανότητες ή τις γνώσεις κάποιου άλλου. Πίσω από τα λόγια όμως κρύβεται μια κοινωνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα, τότε που τα γυαλιά δεν ήταν απλό αξεσουάρ αλλά σύμβολο μόρφωσης και κύρους.
Στην Ελλάδα του 1800, οι άνθρωποι που φορούσαν γυαλιά ήταν λίγοι. Η αγορά τους ήταν ακριβή και περιορισμένη, ενώ συνδέονταν κυρίως με τους δασκάλους, τους λογίους και τους γιατρούς. Ένα ζευγάρι γυαλιά σήμαινε πως ο κάτοχος είχε πρόσβαση σε βιβλία, σε εκπαίδευση και σε ανώτερη γνώση. Στα μάτια της κοινωνίας, ο άνθρωπος με γυαλιά ήταν σοβαρός, διαβασμένος και συχνά «αυθεντία».
Έτσι γεννήθηκε η φράση. Όταν κάποιος τα κατάφερνε καλύτερα από κάποιον άλλον, ήταν σαν να του έδειχνε πως κατέχει τη γνώση και την εμπειρία που φέρνει το γυαλί στο πρόσωπο. Με τον καιρό, το λεκτικό αυτό σχήμα έφυγε από τη κυριολεκτική του χρήση και πέρασε στη μεταφορά. Σήμερα δεν χρειάζεται να φορά κανείς γυαλιά για να «βάλει τα γυαλιά» σε κάποιον. Αρκεί να αποδείξει με έργα ότι ξεπερνά σε ικανότητα, ευφυΐα ή επιδεξιότητα.
Η φράση διαδόθηκε γρήγορα μέσα στη λαϊκή γλώσσα. Στα χωριά ακουγόταν όταν ένα παιδί έδειχνε ότι προόδευε στα γράμματα περισσότερο από τον πατέρα του. Στα σχολεία λεγόταν όταν ένας μαθητής άφηνε άφωνο τον δάσκαλο με την εξυπνάδα του. Στην καθημερινή ζωή χρησιμοποιούνταν για να δείξει θαυμασμό, αλλά και ένα είδος πειράγματος προς εκείνον που δεν περίμενες να τα καταφέρει.
Η εικόνα έχει και έναν όμορφο συμβολισμό. Το γυαλί καθαρίζει την όραση, φέρνει πιο κοντά το θολό και αποκαλύπτει λεπτομέρειες που δεν φαίνονται εύκολα. Το ίδιο κάνει και ο άνθρωπος που «βάζει τα γυαλιά». Βλέπει πιο καθαρά, βρίσκει λύσεις που άλλοι δεν αντιλαμβάνονται και ανοίγει δρόμους με τη δική του ματιά.
Σήμερα η φράση χρησιμοποιείται παντού. Στον αθλητισμό όταν μια μικρή ομάδα κερδίζει έναν μεγάλο αντίπαλο. Στην τέχνη όταν ένας νέος δημιουργός καταθέτει έργο που ξεπερνά τα συνηθισμένα. Στην καθημερινότητα όταν κάποιος καταφέρνει το απρόσμενο, δίνοντας μάθημα στους γύρω του. Έτσι η έκφραση παραμένει ζωντανή, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν.
Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός και κάθε φράση της κρύβει μνήμες. Το «έβαλε τα γυαλιά» κουβαλά μαζί του τη νοσταλγία μιας εποχής όπου η μόρφωση ήταν προνόμιο λίγων και οι γνώσεις μετρούσαν σαν αληθινός θησαυρός. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι άφθονη, η φράση συνεχίζει να υπενθυμίζει πως η ουσία βρίσκεται στην προσπάθεια, στο ταλέντο και στη δύναμη του μυαλού.
Η επόμενη φορά που θα πούμε πως κάποιος «έβαλε τα γυαλιά», ας θυμηθούμε πως δεν πρόκειται απλώς για μια φιγούρα λόγου. Είναι μια φράση που συνδέει το θαυμασμό με την αναγνώριση, την ιστορία με το παρόν, την προσωπική υπεροχή με την κοινωνική παρατήρηση. Και ίσως, μέσα από αυτήν, να καταλάβουμε λίγο καλύτερα πώς η γλώσσα αποτυπώνει τις αξίες και τις εικόνες κάθε εποχής.
(Πηγή: Λεξικό Μπαμπινιώτη)
Γράφει ο Αλέξανδρος Κατσάνος