ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Εκεί που ταΐζει η Αγάπη

Καμιά φορά, όταν ο άνεμος φυσάει από τον βορρά και τα σύννεφα μοιάζουν να κουβαλούν μνήμες, η κυρία Αναστασία σκέφτεται πως κάποτε η ζωή της χωρούσε σε μια βιτρίνα. Γυαλιστερά έπιπλα, κουρτίνες βαριές, γέλια που αντηχούσαν σε μεγάλα σαλόνια. Όλα όσα πίστευε ότι μετράνε. Κι όμως, τώρα που τα κοιτάζει πίσω της, θυμάται μόνο τη σιωπή που τα τύλιγε μόλις έκλειναν οι πόρτες. Εκείνη τη σιωπή που δεν γέμιζε ούτε με μουσικές ούτε με παρέες.

Τώρα, το απόγευμα την βρίσκει σε ένα πεζοδρόμιο με μια σακούλα από σούπερ μάρκετ στο χέρι και ένα χαμόγελο που δεν προσποιείται. Δεν χρειάζεται να φοράει τίποτα εντυπωσιακό. Τα βλέμματα που την περιμένουν έχουν μάθει να αναγνωρίζουν την αγάπη χωρίς περιτυλίγματα. Δέκα, καμιά φορά και δεκαπέντε μικρά πλάσματα την περιτριγυρίζουν, τα μάτια τους φωτίζουν το γκρίζο της πόλης και εκείνη σκύβει προσεκτικά να ακουμπήσει τα μπολάκια με τη φροντίδα που κάποτε φύλαγε μόνο για τους ανθρώπους.

«Άργησα λίγο σήμερα», τους λέει ψιθυριστά, σαν να μπορεί κάποια από αυτές τις ψυχές να την καταλάβει. Και, με έναν τρόπο ανεξήγητο, φαίνεται πως την καταλαβαίνουν. Κουλουριάζονται γύρω της, τρίβονται στα πόδια της, ανεβαίνουν στο παγκάκι για να την κοιτάξουν καλύτερα. Δεν υπάρχει εδώ καμία υπόσχεση, καμία απαίτηση. Μόνο η απλότητα του να είσαι παρών.

Καθώς κάθεται στο πεζούλι και τις βλέπει να τρώνε, αφήνει το βλέμμα της να χαθεί στα παράθυρα των πολυκατοικιών. Ξέρει ότι πίσω από μερικά από αυτά υπάρχει μοναξιά. Από εκείνη που δεν την σβήνει ούτε το ρεύμα ούτε η τηλεόραση. Μα εδώ, στο πεζοδρόμιο, η μοναξιά της έχει πρόσωπο, μουστάκια και μάτια που γυαλίζουν από εμπιστοσύνη. Δεν είναι μόνη και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Θυμάται το σπίτι που είχε κάποτε, το μεγάλο τραπέζι που περίμενε επισκέπτες και τις φωνές που έσβησαν με τον καιρό. Τώρα κανείς δεν χτυπάει κουδούνι και όμως κάθε απόγευμα δέκα ψυχές τη συνοδεύουν σιωπηλά στην πιο τρυφερή ώρα της ημέρας. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, νιώθει πιο πλήρης από όσο ένιωσε ποτέ με σαμπάνιες και δείπνα.

Όταν τελειώνουν το φαγητό τους, μαζεύει τα μπολάκια αργά. Δεν βιάζεται. Ο χρόνος εδώ κυλά διαφορετικά. Το φως του δειλινού πέφτει στα μαλλιά της και τα κάνει να μοιάζουν με ασήμι. Ένα μικρό γκρι γατάκι σκαρφαλώνει στα πόδια της και τρίβεται στο παλτό της. Εκείνη το χαϊδεύει απαλά. «Ευχαριστώ που με περιμένεις», του ψιθυρίζει.

Και εκεί, σε εκείνη την απλή στιγμή, συνειδητοποιεί την αλήθεια που της πήρε μια ζωή να μάθει:

Εκείνη τις ταΐζει για να ζήσουν, εκείνες την αγαπούν για να υπάρξει.

Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button