
Ο Φάνης στάθηκε για λίγο στο κέντρο της σκηνής και άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο μικρό του θεατράκι, αυτό το ζεστό μέρος που ένιωθε πάντα σαν δεύτερη καρδιά. Οι μαριονέτες του κρέμονταν γαλήνια από τα σχοινιά, φωτισμένες από το απαλό πορτατίφ που έκανε ακόμη και τη σκόνη στον αέρα να μοιάζει με χρυσαφένιο χορό.
Η πόλη είχε στραφεί σε λαμπερές αίθουσες και μεγάλες παραγωγές. Οι άνθρωποι απολάμβαναν τα εντυπωσιακά σκηνικά, τις πολυμελείς ομάδες και τις φωνές που γέμιζαν τεράστιους χώρους. Ο Φάνης παρατηρούσε αυτή τη μεγάλη αλλαγή με ήρεμη αποδοχή, σαν κάποιος που αγαπά τις εποχές της τέχνης, όποιες κι αν είναι, και τιμά κάθε της μονοπάτι. Το μικρό του θεατράκι είχε προσφέρει για πολλά χρόνια στιγμές τρυφερής αφήγησης και τώρα άνοιγε διακριτικά χώρο για καινούρια πράγματα που γεννιούνταν μέσα στην πόλη.
Ο Φάνης άγγιξε με προσοχή την πριγκίπισσα με το χρυσό φόρεμα και θυμήθηκε την πρώτη φορά που της έδωσε κίνηση. Τότε ήταν έφηβος και είχε για σκηνή ένα κουτί παπουτσιών. Η γιαγιά του καθόταν απέναντί του και τον χειροκροτούσε με χαμόγελο γεμάτο τρυφερότητα. Η εικόνα αυτή παρέμεινε πάντα φωτεινή μέσα του και κάθε φορά που την πριγκίπισσα την υποδεχόταν παιδικό βλέμμα, ο Φάνης ένιωθε αυτό το παλιό, γνώριμο ρίγος δημιουργίας.
Ο πρίγκιπας με τις κόκκινες μπότες ανέδιδε πάντα μια παιχνιδιάρικη ενέργεια. Ο Φάνης τον είχε δει σε δεκάδες παραστάσεις να προκαλεί χαμόγελα, μικρές φωνές ενθουσιασμού και χέρια που απλώνονταν προς τη σκηνή σαν να ήθελαν να αγγίξουν τον μικρό ήρωα. Όλα αυτά τα βλέμματα, γεμάτα ζωντάνια και παιδική πίστη, έγιναν για τον Φάνη θησαυρός που κουβαλούσε στο βήμα του.
Η φιγούρα του ευγενή, με το σοβαρό βλέμμα, δημιουργήθηκε ένα βράδυ που η πόλη μοσχοβολούσε από τον φούρνο της γειτονιάς. Ο Φάνης έραψε τη δαντέλα με φροντίδα και χάρισε στον χαρακτήρα την αξιοπρέπεια ενός παλιού κυρίου που μπαίνει πάντα με τρόπο στη σκηνή. Κάθε φορά που ο ευγενής κουνιόταν από τα δάχτυλα του Φάνη, κάτι μέσα του φωτιζόταν, σαν να άγγιζε μια όμορφη πηγή έμπνευσης.
Το θεατράκι τους αγκάλιαζε όλους. Οι ράγες του φωτισμού, οι μικρές καρέκλες, το κόκκινο κουρτινάκι, κάθε μικρή λεπτομέρεια είχε απορροφήσει στιγμές πραγματικής δημιουργίας. Οι τοίχοι κρατούσαν ζωντανές τις ιστορίες σαν ψιθυρισμούς που διαρκούν όσο χρειάζεται για να ξυπνήσουν μνήμες.
Ο Φάνης κοίταξε για λίγο τον χώρο, σαν να ήθελε να τον αποστηθίσει. Η πόλη είχε προχωρήσει σε μεγάλες σκηνές και το θεατράκι του ολοκλήρωνε μια όμορφη εποχή. Η σκέψη αυτή γέμισε το πρόσωπό του με μελαγχολικό μα γλυκό χαμόγελο. Όλα όσα έζησε εδώ είχαν αξία, είχαν καρδιά, είχαν καθαρότητα δημιουργού. Έδεσε απαλά τα σχοινιά των μαριονετών, σαν χαιρετισμό σε φίλους που του στάθηκαν σε κάθε βήμα.
Όταν πέρασε την πόρτα, η πόλη τον υποδέχθηκε με τα φωτάκια των δρόμων που άναβαν ένα-ένα. Οι άνθρωποι περπατούσαν βιαστικά, τα μαγαζιά άστραφταν και όλα γύρω του θύμιζαν πως κάθε τέλος κρατά μέσα του την αρχή ενός νέου δρόμου. Ο Φάνης πήρε μαζί του κάθε όμορφη ανάμνηση. Κάθε χαμόγελο παιδιού. Κάθε μικρή παράσταση που ζωντάνευε μέσα στο ξύλινο κουτί της σκηνής.
Ήξερε πως το θεατράκι του συνέχιζε να υπάρχει μέσα σε όσους το αγάπησαν. Και αυτό πρόσφερε στον Φάνη γλυκιά, σιωπηλή δύναμη για όλα όσα έρχονταν.
Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου

Η αφήγηση ζει αποκλειστικά στον χώρο της φαντασίας. Οι αυθεντικές μαριονέτες που την ενέπνευσαν ανήκουν στις Θεατρικές Παραγωγές Τεχνόκοσμος.