
Η κυρία Στέλλα στάθηκε για λίγο μπροστά στην πόρτα. Κρατούσε το κλειδί με τα δάχτυλα σφιγμένα, σαν να ήθελε να παρατείνει το άγγιγμα. Το μαγαζί της κοιτούσε τον δρόμο τόσα χρόνια, σαν μικρό σπίτι που χωρούσε χίλιες ιστορίες. Σήμερα έμοιαζε πιο ήσυχο από ποτέ.
Στο πεζοδρόμιο είχαν κατέβει τα έπιπλα. Ο πάγκος, τα ράφια, μια καρέκλα που κράτησε αμέτρητες ώρες αναμονής. Τα κοίταζε και χαμογελούσε πικρά, σαν να τα ευχαριστούσε ένα ένα για την παρέα τους. «Μείνατε μαζί μου, όσο άντεξα κι εγώ», ψιθύρισε μέσα της.
Δεν είχε σημασία πια αν κουράστηκε, αν η πελατεία λιγόστεψε, αν η σύνταξη της έδινε το άλλοθι να κλείσει. Σημασία είχε πως ο χρόνος είχε κάνει τον κύκλο του. «Ίσως να είναι καλύτερα έτσι», σκέφτηκε. Κάθε μέρα ήταν και μια ανηφόρα. Με χαρτιά, με έξοδα, με φωνές που δεν ακούγονταν όπως παλιά. Κι όμως, ακόμη και η ανηφόρα είχε μια γλύκα, γιατί στο τέλος της την περίμενε πάντα το χαμόγελο ενός γνωστού πελάτη.
Θυμήθηκε τον κύριο Νίκο που αγόραζε μικρά πράγματα μόνο και μόνο για να πιάσει κουβέντα. Την Ελένη που περνούσε το απόγευμα να πει «καλημέρα» με τη φωνή της να γεμίζει το μαγαζί σαν μουσική. Τα παιδιά που έτρεχαν μέσα γελώντας, ψάχνοντας θησαυρούς στα ράφια. Όλα τους ήταν κομμάτια από το ίδιο παζλ και εκείνη το έφτιαχνε ξανά και ξανά κάθε μέρα.
Η πόρτα έκλεισε αργά, με έναν ήχο που έμοιαζε περισσότερο με ανάσα παρά με θόρυβο. Κοίταξε τις μηχανές που στέκονταν λίγο πιο πέρα, έτοιμες για διαδρομές. Ένα κόκκινο σώμα γεμάτο ανυπομονησία και ένα μπλε που ακτινοβολούσε σταθερότητα. Η κυρία Στέλλα χαμογέλασε. «Να, έτσι είναι η ζωή», σκέφτηκε. «Άλλος φεύγει, άλλος ξεκινά. Κι ο δρόμος δεν σταματά ποτέ».
Άναψε ένα τσιγάρο, σήκωσε το βλέμμα και είδε τον ουρανό να αλλάζει χρώματα. Το φως του δειλινού έβαφε τις πολυκατοικίες με αποχρώσεις χρυσές και μελιτζανί. Σαν να ήθελε και εκείνο να της πει «καλή ξεκούραση». Έφερε στο νου της το πρώτο πρωί που άνοιξε το μαγαζί. Ήταν νέα, γεμάτη όνειρα, με τη σιγουριά πως το αύριο της ανήκει. Τώρα ήξερε πως το αύριο ανήκει μόνο σε όσους το ζουν.
Μάζεψε την τσάντα της, χάιδεψε για τελευταία φορά το ξύλο του πάγκου και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Δεν υπήρχε λύπη, μόνο μια γαλήνη, σαν εκείνη που αφήνει πίσω του ένα τραγούδι μόλις τελειώσει. Και η Στέλλα ήξερε πως κάθε τραγούδι αφήνει στον αέρα κάτι να θυμίζει τη μελωδία του.
Ο δρόμος γέμισε ξανά φωνές, γέλια, μηχανές που άναψαν. Τα έπιπλα έμειναν στο πεζοδρόμιο, σημάδια ενός τέλους, αλλά και μάρτυρες μιας ζωής που άφησε χρώμα στην πόλη. Γιατί η κυρία Στέλλα είχε υπάρξει εκεί. Κι όσο η μνήμη της απλωνόταν στις πέτρες, στις γειτονιές και στις ψυχές που γνώρισαν το χαμόγελό της, το μαγαζί της θα συνέχιζε να ζει.
Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου
