
Η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Πίσω από το Μέγαρο, εκεί που ο φωτισμός αραιώνει και τα φώτα μοιάζουν να πλέουν πάνω στο νερό, ο Σταύρος έστηνε τα καλάμια του με αργές, προσεκτικές κινήσεις. Δεν βιαζόταν ποτέ. Η ώρα αυτή δεν χωρούσε βιασύνη. Ήταν η ώρα που τα πάντα άκουγαν. Η θάλασσα, ο αέρας, ακόμα και το σκοτάδι.
Έδενε την πετονιά με τον τρόπο που του είχε δείξει ο πατέρας του. Παλιά. Όταν ακόμη όλα είχαν μια συνέχεια, όταν το ψάρεμα δεν ήταν δικαιολογία για μοναξιά, αλλά παρέα. Θυμήθηκε τη μυρωδιά του καπνού, το ραδιόφωνο στο βάθος, τον πατέρα του να γελά, «κράτα γερά, παιδί μου». Ύστερα το νερό, πάντα το νερό, να καθρεφτίζει τη ζωή όπως είναι: ασταθής, όμορφη, αβέβαιη.
Από τότε πέρασαν δεκαετίες. Η Θεσσαλονίκη άλλαξε, οι άνθρωποι άλλαξαν και εκείνος άλλαξε κι ας το αρνιόταν. Μόνο η θάλασσα δεν αλλάζει. Μπορεί να σου θυμίσει τα πάντα, αν σταθείς αρκετή ώρα να τη δεις. Και ο Σταύρος στεκόταν εκεί κάθε βράδυ.
Δεν ψάρευε για ψάρια. Ψάρευε σκέψεις.
Κάθε φως που καθρεφτιζόταν στο νερό του θύμιζε κάποιον που πέρασε και χάθηκε. Κάθε ήχος από το απέναντι πεζοδρόμιο του θύμιζε μια φωνή που δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει.
Μια φορά, πριν χρόνια, είχε έρθει εκεί μαζί της. Τότε που ο κόσμος τους χώρεσε ολόκληρος σε μια νύχτα. Εκείνη είχε αφήσει τα παπούτσια της στην άκρη και προσπάθησε με γέλια να τα βάλει στο νερό. «Δες, δεν είναι κρύο!», του φώναξε και εκείνος είχε γελάσει, είχε τρέξει κοντά της, είχε νομίσει πως αυτή η στιγμή δεν θα τελείωνε ποτέ.
Αλλά τελειώνουν όλα, έτσι δεν είναι; Μόνο οι αναμνήσεις έχουν πείσμα.
Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Ο αέρας είχε γεύση αλατιού και καφέ ξεχασμένου στο θερμός. Στο βάθος, η πόλη φώτιζε απαλά, σαν να του έλεγε «είμαι ακόμη εδώ». Ο Σταύρος χαμογέλασε. Ήξερε πως εκείνη δε θα γύριζε, όχι όπως την ήξερε, αλλά το μυαλό έχει έναν δικό του τρόπο να κρατά τις φωνές ζωντανές.
Η πετονιά έμεινε ακίνητη. Κανένα τσίμπημα.
Άναψε το μικρό φακό στο άκρο του καλαμιού. Το φως τρεμόπαιξε πάνω στα νερά, έκανε κύκλους σαν ανάσα.
Και τότε είδε κάτι. Μια λάμψη. Μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, λίγο πιο μακριά. Σαν να έπεσε κάτι στη θάλασσα και να το κράτησε ο βυθός. Έσκυψε, προσπάθησε να διακρίνει. Τίποτα. Μόνο το φως του νερού που έπαιζε παιχνίδια με τα μάτια.
«Πάντα τα ίδια μου κάνεις», μουρμούρισε. «Να εμφανίζεσαι έτσι, για λίγο, και να φεύγεις πάλι.»
Έριξε ξανά την πετονιά, χωρίς προσδοκία. Ήξερε πως αυτό το παιχνίδι δεν έχει τέλος. Το νερό δεν σου δίνει απαντήσεις, απλώς τις κρατά. Και κάθε φορά που το κοιτάς, νομίζεις πως κάτι καταλαβαίνεις. ώσπου φεύγεις, και μένεις ίδιος.
Οι ώρες κύλησαν αθόρυβα. Κάποια στιγμή, ο ουρανός άρχισε να ανοίγει. Μια γαλάζια γραμμή ξεπρόβαλε στον ορίζοντα. Το πρώτο φως της μέρας. Ο Σταύρος μάζεψε τα καλάμια του, τακτικά, όπως πάντα. Άφησε το μπλε τελευταίο. Το ίδιο που κρατούσε και εκείνη τη νύχτα.
Πριν φύγει, στάθηκε για λίγο ακόμη.
Η θάλασσα είχε ησυχάσει.
Και τότε, χωρίς να φυσά, μια μικρή δίνη σχηματίστηκε μπροστά του, σαν να ανασαίνει το νερό. Μέσα της, για ένα δευτερόλεπτο, είδε το είδωλο δύο ανθρώπων να στέκονται πλάι πλάι. Ύστερα χάθηκε.
Δεν τρόμαξε. Ούτε λυπήθηκε.
Έκανε ένα βήμα πίσω, φόρεσε το καπέλο του και όπως γύρισε να φύγει, ψιθύρισε:
«Καλά είσαι εκεί που είσαι, ε; Μόνο αυτό θέλω να ξέρω.»
Η θάλασσα δεν απάντησε.
Αλλά ένα μικρό κυματάκι ακούστηκε να χτυπάει το τοιχάκι.
Κι εκείνος χαμογέλασε, όπως τότε.
Όταν η μέρα ανέτειλε, κανείς δεν θυμόταν πως κάποιος καθόταν όλη τη νύχτα εκεί, δίπλα στο νερό. Μόνο ένα φως τρεμόπαιζε ακόμη πάνω στο κύμα, σαν υπόσχεση.
Λένε πως αν περάσεις ένα ήσυχο βράδυ πίσω από το Μέγαρο, θα τον δεις ακόμη. Καθισμένο στην άκρη, με το μπλε καλάμι στο χέρι και το βλέμμα του να χάνεται εκεί που τελειώνει η πόλη και αρχίζει η μνήμη.
Κι αν σταθείς για λίγο χωρίς να μιλήσεις, θα ακούσεις τη θάλασσα να ψιθυρίζει το όνομά του.
«Σταύρος…»
Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου
