
Ο Μάνος καθόταν πάντα στο ίδιο τραπέζι. Δεξιά από το παράθυρο, εκεί που ο ήλιος έπεφτε λοξά στο μάρμαρο και το φως ζωγράφιζε το φλιτζάνι. Το μαγαζί είχε αλλάξει καρέκλες, μουσικές, ακόμα και πρόσωπα, αλλά ο Μάνος έμενε ίδιος. Ή, τουλάχιστον, έτσι φαινόταν. Κάθε πρωί, στις δέκα παρά κάτι, περνούσε το κατώφλι, άφηνε το παλτό του στη ράχη της καρέκλας και έγνεφε στον σερβιτόρο. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει. Ο καφές του ήταν γνωστός. Ελληνικός, μέτριος, στη χόβολη.
Έβγαζε το πακέτο του, άναβε ένα τσιγάρο, το άφηνε να καίγεται περισσότερο από όσο το κάπνιζε. Είχε κάτι από εκείνη τη γενιά που ήξερε να περιμένει. Από συνήθεια, όχι από αδυναμία. Ίσως και από ελπίδα που δεν ζητούσε τίποτα σε αντάλλαγμα.
Το φλιτζάνι ερχόταν πάντα με ένα ποτήρι νερό. Τοποθετημένο λίγο λοξά, όπως το άφηνε εκείνη. Με το δάχτυλο να χαϊδεύει το χείλος του ποτηριού πριν το ακουμπήσει. Εκείνη… πόσος καιρός είχε περάσει; Τρία χρόνια; Τέσσερα; Δεν είχε σημασία. Ο Μάνος είχε σταματήσει να μετρά. Είχε απλώς διατηρήσει τη θέση, σαν να μπορούσε η παρουσία του να κρατήσει τον χρόνο σταθερό.
Κοίταζε έξω από το τζάμι. Ο δρόμος γέμιζε και άδειαζε. Κάποιοι κρατούσαν κινητά, άλλοι έσπρωχναν καρότσια, λίγοι ακόμα κοιτούσαν τον ουρανό. Εκείνος παρατηρούσε τα πρόσωπα που περνούσαν χωρίς να τα βλέπει στα αλήθεια. Όλα ήταν σκιές που δεν τον αφορούσαν. Μόνο όταν μια γυναίκα περνούσε με το ίδιο βήμα, εκείνο το ήρεμο, σχεδόν αποφασισμένο, γύριζε για λίγο το βλέμμα. Ύστερα το κατέβαζε ξανά στο τραπέζι, στο φλιτζάνι που είχε αρχίσει να κρυώνει.
«Δεν θα έρθει.» Το ήξερε. Το ήξερε εδώ και καιρό. Μα κάθε πρωί ερχόταν. Ήταν εκεί, γιατί η αναμονή είχε γίνει τρόπος να θυμάται. Είχε γίνει η συντροφιά του, μια ήσυχη γυναίκα που καθόταν απέναντί του και δεν του ζητούσε τίποτα. Μόνο να την αντέχει.
Οι φίλοι του τον πείραζαν κάποτε. «Μάνο, βρες άλλη καφετέρια, άλλαξε συνήθεια, άλλαξε γωνία, άνθρωπέ μου!»
Κι εκείνος χαμογελούσε. Δεν ήξεραν πως το τραπεζάκι αυτό ήταν η μικρή του άγκυρα. Αν έφευγε, θα έχανε κι εκείνο το τελευταίο κομμάτι του παλιού εαυτού του.
Η ζωή του είχε μικρύνει σε απλές κινήσεις. Άνοιγε το πακέτο, άναβε τσιγάρο, ανακάτευε τον καφέ, έπινε μια γουλιά, άφηνε το κουτάλι να πέσει μέσα με έναν ήχο μικρό, σαν ανάσα. Και μετά, απλώς… περίμενε.
Στις έντεκα παρά δέκα, έβγαινε πάντα ο ίδιος ήχος από την πόρτα. Ο σερβιτόρος τον χαιρετούσε με το βλέμμα και εκείνος άφηνε το φλιτζάνι του σχεδόν άδειο, με λίγο κατακάθι στον πάτο. «Για το μέλλον», έλεγε πάντα. Δεν ήθελε να το διαβάσει, του αρκούσε που υπήρχε.
Μερικές φορές έφερνε μαζί του ένα παλιό βιβλίο, εκείνο που της άρεσε να ξεφυλλίζει στα διαλείμματα του καφέ. Δεν το διάβαζε πια, απλώς το άνοιγε στο ίδιο σημείο, εκεί που είχε αφήσει ένα σημείωμα. Το χαρτί είχε κιτρινίσει, οι λέξεις είχαν ξεθωριάσει, μα μπορούσε ακόμα να διακρίνει τη γραφή της: «Θα έρθω αύριο».
Το «αύριο» είχε περάσει προ πολλού, αλλά ο Μάνος το κρατούσε σαν φυλαχτό. Η γαλήνη του μπέρδευε τους άλλους. Κανείς δεν καταλάβαινε πως η σιωπή του ήταν απλώς τρόπος να θυμάται. Είχε μάθει να ζει με τις απουσίες. Να τις ταΐζει λίγο καφέ, λίγο καπνό και μια σταθερή ώρα κάθε πρωί.
Όταν κάποιος καινούριος σερβιτόρος τον ρώτησε κάποτε αν περιμένει παρέα, χαμογέλασε απαλά.
«Ήρθε νωρίτερα σήμερα», είπε.
Κι ο νεαρός έγνεψε αμήχανα, χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Μόνο αργότερα, όταν μάζευε το τραπέζι, πρόσεξε ότι στο πιατάκι είχε μείνει ένα δεύτερο κουτάλι, καθαρό, ακουμπισμένο δίπλα στο δικό του.
Έξω, ο ήλιος είχε ανέβει λίγο. Ο Μάνος φόρεσε το παλτό του, άφησε λίγα κέρματα στο τραπέζι και στάθηκε για λίγο στην πόρτα. Γύρισε το βλέμμα προς τη θέση του. Το φως έπεφτε ακόμα πάνω στο φλιτζάνι. Έμοιαζε να τον περιμένει κι αυτό.
Έβγαλε το καπέλο του, το ακούμπησε στο στήθος και χαμογέλασε.
«Ίσως αύριο», ψιθύρισε.
Κι έφυγε αργά, με το βήμα ενός ανθρώπου που δεν βιάζεται πια να φτάσει πουθενά.
Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου
