
Ο Ανδρέας στεκόταν κάθε βράδυ στο ίδιο μπαλκόνι. Δεν άναβε φως, δεν ήθελε να φαίνεται. Ένα τσιγάρο στο χέρι ήταν το μοναδικό του σημάδι πως υπήρχε ακόμα, πως η μέρα του δεν είχε τελειώσει. Από εκεί ψηλά έβλεπε τον δρόμο να σωπαίνει, τα αυτοκίνητα να κουρνιάζουν και τα φώτα των πολυκατοικιών να αναβοσβήνουν σαν καρδιές που δεν ησύχαζαν ποτέ. Μα πιο πολύ κοιτούσε το φεγγάρι, που έστεκε πάντα στο ίδιο σημείο, αδιάφορο και πιστό μαζί.
Στην αρχή ήταν μια συνήθεια. Ύστερα έγινε ανάγκη. Κάθε βράδυ έλεγε στο φεγγάρι όσα δεν τολμούσε να πει σε άνθρωπο. Του μιλούσε για εκείνη την αγάπη που έφυγε χωρίς προειδοποίηση, για τα όνειρα που θάφτηκαν κάτω από χαρτιά και γραφεία, για το παιδί που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει όπως θα ήθελε. Και το φεγγάρι άκουγε. Τα σύννεφα περνούσαν μπροστά του σαν αγγελιοφόροι, παίρνοντας μαζί τους λέξεις, ψιθύρους, αναστεναγμούς.
Η πόλη από κάτω άλλαζε. Νέα μαγαζιά, νέα φώτα, νέοι άνθρωποι στους δρόμους. Όμως τα μπαλκόνια έμεναν ίδια, οι τοίχοι κουβαλούσαν τις ίδιες σιωπές. Κάθε φορά που μια γειτόνισσα έκλεινε απότομα το παράθυρο ή ένας σκύλος αλυχτούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο, ο Ανδρέας ένιωθε πως δεν ήταν μόνος. Σαν να ήξερε η πόλη τα μυστικά του, σαν να τα φύλαγε μέσα στις γωνιές της.
Μια φορά θυμήθηκε τη Μαρία, την πρώτη του αγάπη. Είχαν περπατήσει μαζί αυτόν τον δρόμο ένα καλοκαίρι, χρόνια πριν. Εκείνη γελούσε δυνατά, κι εκείνος της υποσχόταν πως θα μείνουν για πάντα μαζί. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, τα βήματά τους δεν ακούγονταν, μα η ηχώ έμενε. Κάθε βράδυ, ο Ανδρέας πίστευε πως την έβλεπε για λίγο, να περνάει γρήγορα ανάμεσα στα αυτοκίνητα, να τον κοιτάζει χωρίς να σταματά.
Η στάχτη έπεφτε από το τσιγάρο κι εκείνος δεν βιαζόταν να την τινάξει. Σκεφτόταν πως όσο κρατιόταν αυτό το λεπτό κομμάτι στάχτης, κρατιόταν κι εκείνος λίγο ακόμη. Ώσπου στο τέλος έσβηνε κι αυτό, όπως όλα.
Κι όμως, όταν ξημέρωνε, δεν ήταν θλιμμένος. Το μπαλκόνι του είχε γίνει εξομολογητήριο, και η πόλη η πιο σιωπηλή του φίλη. Γιατί ήξερε καλά. Οι πιο μεγάλες ιστορίες δεν γράφονται στα χαρτιά ούτε στις πλατείες. Γράφονται στα μπαλκόνια, όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται και μόνο το φεγγάρι κρατάει το φως ανοιχτό.

Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου