ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Άγιος Βασίλης της Ονειρούπολης – Η Μαγεία προς τις Καρδιές των Παιδιών

Η Δράμα ξυπνά κάθε Δεκέμβρη με τρόπο που μοιάζει με αναπνοή παραμυθιού. Τα σπίτια λάμπουν, ο αέρας έχει γεύση από κανέλα και ο ουρανός διατηρεί εκείνη τη φωτεινή ηρεμία που προηγείται πάντα μιας όμορφης γιορτής. Στην καρδιά της πόλης, η Ονειρούπολη ανοίγει τις πόρτες της σαν μεγάλη αγκαλιά, γεμάτη χρώματα, ήχους και χαμόγελα. Και εκεί, στο βάθος της φωτισμένης διαδρομής, εμφανίζεται ο Άγιος Βασίλης. Ο Άγιος που γεμίζει τον χώρο ζεστασιά και κάνει την καρδιά του χειμώνα να χτυπά λίγο πιο γλυκά.

Περπατά με εκείνη την ήρεμη σιγουριά που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους με ιστορίες φωτεινές μέσα τους. Η γενειάδα του απλώνεται σαν μικρό χιονισμένο σύννεφο, τα γυαλιά του λαμπυρίζουν, τα κόκκινά του ρούχα ζεσταίνουν τον αέρα γύρω του. Και μπροστά του, με βήμα περήφανο και ουρά που κινείται σε ρυθμό ευτυχίας, περπατά ο Άργος, ο μικρός του σύντροφος, το παιδί του, η ψυχή που στέκεται στην καρδιά του Άη Βασίλη όπως η φλόγα στέκεται στο κερί. Η σχέση τους διακρίνεται από μακριά. Ο Άργος κοιτάζει τον Άη Βασίλη με μάτια γεμάτα αφοσίωση και ο Άη Βασίλης ακουμπά το βλέμμα του πάνω του με στοργή, γλύκα και χαμόγελο.

Ολόκληρη τη χρονιά ο Άργος είχε αποστολή σημαντική. Έτρεχε στις γειτονιές της χώρας, περνούσε από σχολεία, παρατηρούσε παιδικά χαμόγελα, μάζευε μικρές ιστορίες φωτεινές. Κάθε φορά που έβρισκε παιδί που σκόρπιζε καλοσύνη, ο Άργος γύριζε με βήμα ελαφρύ και μάτια λαμπερά. «Ο Άργος ταξιδεύει γρήγορα, επηρεασμένος από την αγάπη των παιδιών» λέει ο Άη Βασίλης, σκύβοντας ελαφρά για να τον χαϊδέψει. «Η καρδιά του γνωρίζει το μονοπάτι καλύτερα από οποιονδήποτε χάρτη.»

Με αυτόν τον τρόπο ο Άργος έγινε η πυξίδα του Άη Βασίλη. Γέμισε το βιβλίο των δώρων με πληροφορίες από τον κόσμο των παιδιών. Του έφερε στιγμές που άνθισαν σε σπίτια, μικρές πράξεις καλοσύνης, αγκαλιές και ζωγραφιές. «Ο Άργος είναι η οικογένειά μου» λέει ο Άη Βασίλης με φωνή που μαλακώνει το βράδυ. «Η ψυχή του γεμίζει το ταξίδι μου με φως.»

Φέτος όμως το ταξίδι είχε μια μικρή ανατροπή γεμάτη μαγεία. Το παλιό έλκηθρο, το πιστό όχημα τόσων χειμώνων, ζήτησε μια ανάσα ξεκούρασης. Ο Άη Βασίλης άγγιξε τα ξύλα του με σεβασμό, χαμογέλασε και είπε: «Κάθε φτερούγα γεμίζει δύναμη πριν ανοίξει ξανά τον ουρανό της.» Έτσι, αποφάσισε να ζήσει νέα περιπέτεια. Έμαθε να πιλοτάρει αεροπλάνο. Ένα λευκό, φωτεινό, λουσμένο σε χειμωνιάτικη λάμψη.

Ο Άργος κάθισε δίπλα του στο πιλοτήριο και παρακολουθούσε τον κόσμο από ψηλά, με μάτια που άνοιγαν πιο πολύ από τον ουρανό. Ο Άη Βασίλης χαμογέλασε πλατιά. «Η γιορτή αγαπά τις νέες διαδρομές» είπε γελώντας, «και ταξιδεύουμε μαζί σε κάθε τους στροφή.» Το αεροπλάνο πέρασε μέσα από σύννεφα που έμοιαζαν με μικρά χνουδωτά δώρα και όταν βρέθηκε πάνω από την πόλη της Δράμα, ο κόσμος γέμισε λίγο περισσότερο φως.

Όταν το αεροπλάνο ακούμπησε απαλά στη γη της Μακεδονίας, ο αέρας υποδέχτηκε τον Άη Βασίλη σαν παλιό φίλο. Η πόλη είχε ήδη αρχίσει να στολίζεται. Φωτάκια ανέβαιναν στα μπαλκόνια, τα πρώτα δέντρα έπαιρναν τη θέση τους στις πλατείες και η Ονειρούπολη ετοιμαζόταν να ανοίξει την καρδιά της, όπως κάνει κάθε χρόνο. Αργά, σταθερά, με βήματα γεμάτα χαρά.

Ο Άη Βασίλης περπάτησε στα πλακόστρωτα με χαμόγελο βαθύ. Κοίταξε γύρω του, αναστέναξε γλυκά και είπε: «Η Δράμα γεμίζει τον χειμώνα με φως. Κάθε δρόμος εδώ μοιάζει με σελίδα που περιμένει ιστορία.» Ο Άργος περπατούσε δίπλα του, με την ουρά του να κουνιέται ρυθμικά, σαν μικρό μετρονόμο ευτυχίας. Μύριζε τον αέρα, παρατηρούσε τις προετοιμασίες, άκουγε τις φωνές των ανθρώπων που στόλιζαν. Έμοιαζε να γνωρίζει ήδη ποιο παιδί θα γελάσει πρώτο.

Καθώς πλησίαζαν στον χώρο όπου οι ξύλινες στολισμένες κατασκευές θα ζωντανέψουν σε λίγες ημέρες, ο Άη Βασίλης είδε τους τεχνίτες να σηκώνουν τα σπιτάκια, να κρεμούν γιρλάντες, να δοκιμάζουν τα λαμπάκια. «Κάθε χέρι εδώ γράφει μαγεία» είπε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. «Και κάθε μαγεία βρίσκει πάντα τον δρόμο της προς τις καρδιές των παιδιών.»

Ο Άργος πρόσεξε ένα μικρό κορίτσι που στεκόταν πιο πέρα, κοιτώντας τους εργάτες με μάτια που έλαμπαν από ανυπομονησία. Έτρεξε κοντά της, μύρισε τα γάντια της και σήκωσε το κεφάλι του με μια τρυφερή έκφραση. Το κορίτσι χαμογέλασε. Ο Άη Βασίλης πλησίασε. «Οι μέρες πριν ανοίξει η Ονειρούπολη έχουν τη δική τους ομορφιά» είπε απαλά. «Είναι σαν αναπνοές που γεμίζουν τον κόσμο με προσμονή.»

Στάθηκε λίγο στην άκρη του κεντρικού μονοπατιού και κοίταξε τον ουρανό που άρχιζε να παίρνει χρώματα ροζ και χρυσαφί. «Η γιορτή προετοιμάζεται όπως προετοιμάζεται η καρδιά» συνέχισε. «Χτίζεται με αγάπη, γεμίζει με όνειρα και ανοίγει με χαμόγελα.»

Το φως του δειλινού άγγιξε το κόκκινο παλτό του με τρόπο σχεδόν τελετουργικό. Γύρισε προς τον Άργο, του χάιδεψε την πλάτη και πρόσθεσε χαμηλά: «Η φετινή χρονιά ξεκινά με ταξίδι, μικρέ μου φίλε. Και όποιο ταξίδι ξεκινά έτσι, γεμίζει τον χειμώνα με ιστορίες που περιμένουν να ειπωθούν.»

Άργησαν να φύγουν από τον χώρο. Ο Άη Βασίλης κοιτούσε κάθε γωνιά, κάθε φως που άναβε δοκιμαστικά, κάθε χρώμα. Χαιρόταν την προετοιμασία σαν παιδί που ανοίγει το κουτί των στολιδιών για πρώτη φορά, όπως ο μικρός Θωμάς που κάποτε κράτησε στην καρδιά του μια σπίθα γιορτής και, όταν μεγάλωσε, την άναψε για όλη τη Δράμα μέσα από την Ονειρούπολη.

Οι άνθρωποι που τον είδαν να περνά χαμογέλασαν με έκπληξη. Κάποιοι τον χαιρέτισαν διστακτικά, άλλοι του έδωσαν χώρο να χαρεί τη στιγμή. Ήταν σαν να ένιωθαν πως αυτός ο Άη Βασίλης έφερνε ανάσα γιορτής μαζί του.

Πριν αφήσει τον χώρο, στάθηκε στην κεντρική πλατεία και είπε με εκείνη τη ζεστή, βαθιά φωνή του: «Η Ονειρούπολη ετοιμάζεται και η καρδιά της πόλης ανοίγει σαν βιβλίο που περιμένει την πρώτη σελίδα. Κάθε παιδί που θα περάσει από εδώ κουβαλά μικρή σπίθα. Και εγώ θα είμαι εδώ για να τη δω να λάμπει.»

Ο Άργος τον κοίταξε και ακούμπησε τη μουσούδα του στο χέρι του. Ο Άη Βασίλης γέλασε απαλά. «Το ταξίδι αρχίζει, Άργο μου» είπε. «Και κάθε αρχή γεμίζει τον κόσμο με υποσχέσεις.»

Και έτσι η Δράμα, η πόλη που αγκαλιάζει τα Χριστούγεννα όπως λίγες, συνέχισε να ετοιμάζει το μεγάλο της πανηγύρι. Τα φώτα θα ανάψουν σιγά σιγά, οι δρόμοι θα γεμίσουν ήχους, οι άνθρωποι θα στήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες και κάπου εκεί, στη μέση όλων, ο Άη Βασίλης της Ονειρούπολης θα κάνει τις πρώτες του βόλτες, γεμίζοντας τον χώρο με εκείνη τη ζεστασιά που μόνο χαρίζεται.

Γιατί η γιορτή ξεκινά πριν ανοίξουν οι πόρτες.
Ξεκινά με το πρώτο του βήμα στη Δράμα.
Και αυτό το βήμα φωτίζει ήδη τον χειμώνα.

Και κάπου δίπλα από τα λαμπιόνια, πίσω από το ζεστό χαμόγελο του Άη Βασίλη, υπάρχει μια καρδιά που χτυπά για αυτή τη γιορτή όλο τον χρόνο. Ο Σταύρος Δουκουζγιάννης, ηθοποιός με ψυχή φωτεινή, δίνει στον Άη Βασίλη τη φωνή, το βήμα, τη γλύκα και τη σοφία του. Η αγάπη του για τα παιδιά, η ζεστή του παρουσία και η καλοσύνη που μεταφέρει κάνουν τη μαγεία αληθινή. Ο Άη Βασίλης της Ονειρούπολης ζει μέσα από εκείνον και η Δράμα τον υποδέχεται για μία ακόμη χρονιά σαν άνθρωπο που χαρίζει φως στον χειμώνα της.

Γράφει η Έρη Χριστοφορίδου

Back to top button