
Στη μικρή, ήσυχη πόλη της Βιλίσκα, στην Αϊόβα των Ηνωμένων Πολιτειών, στέκει ένα παλιό λευκό σπίτι που εξωτερικά μοιάζει με οποιοδήποτε άλλο επαρχιακό αρχοντικό των αρχών του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η διεύθυνση 508 East 2nd Street κρύβει πίσω από τους τοίχους της μια ιστορία τόσο φρικιαστική και μυστηριώδη, που έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την αμερικανική εγκληματολογία. Το Σπίτι των Τσεκουριών της Βιλίσκα, όπως είναι πλέον γνωστό, υπήρξε το σκηνικό μιας μαζικής δολοφονίας που παραμένει ανεξιχνίαστη για πάνω από έναν αιώνα, τροφοδοτώντας αστικούς θρύλους, θεωρίες συνωμοσίας και αμέτρητες ιστορίες φαντασμάτων.
Η τραγωδία εκτυλίχθηκε τη νύχτα της 9ης προς 10η Ιουνίου 1912. Στο σπίτι κατοικούσε η οικογένεια Μουρ: ο 43χρονος Τζοσάια, η 39χρονη σύζυγός του Σάρα, και τα τέσσερα παιδιά τους, ο 11χρονος Χέρμαν, η 10χρονη Κάθριν, ο 7χρονος Μπόιντ και ο 5χρονος Πολ. Εκείνο το βράδυ, η οικογένεια επέστρεψε από μια εκκλησιαστική εκδήλωση, συνοδευόμενη από δύο φίλες της Κάθριν, την 12χρονη Λένα και την 8χρονη Ίνα Στίλιντζερ, που θα διανυκτέρευαν εκεί. Οκτώ άνθρωποι μπήκαν στο σπίτι γεμάτοι ζωή, αλλά κανείς τους δεν θα έβλεπε το ξημέρωμα.
Το επόμενο πρωί, η γειτόνισσα Μαίρη Πέκχαμ ανησύχησε όταν παρατήρησε ότι το σπίτι των Μουρ ήταν ασυνήθιστα σιωπηλό και κανείς δεν είχε βγει για τις πρωινές δουλειές. Αφού χτύπησε την πόρτα χωρίς ανταπόκριση, κάλεσε τον αδελφό του Τζοσάια, Ρος Μουρ. Εκείνος έφτασε, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Αυτό που αντίκρισε ήταν ένας εφιάλτης. Στο ισόγειο, στο δωμάτιο των ξένων, βρήκε τα πτώματα των δύο κοριτσιών Στίλιντζερ. Αμέσως ειδοποίησε την αστυνομία. Η έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε το πλήρες μέγεθος της θηριωδίας. Όλοι οι οκτώ ένοικοι είχαν δολοφονηθεί άγρια στα κρεβάτια τους. Το όπλο του εγκλήματος, ένα τσεκούρι που ανήκε στον ίδιο τον Τζοσάια, βρέθηκε στο δωμάτιο των κοριτσιών, καλυμμένο με αίμα.
Οι λεπτομέρειες της σκηνής του εγκλήματος ήταν όχι μόνο φρικτές, αλλά και παράξενες. Ο δολοφόνος είχε χτυπήσει τα θύματα με την αμβλύ πλευρά του τσεκουριού, κυρίως στο κεφάλι, ενώ κοιμόντουσαν. Μόνο η Λένα Στίλιντζερ έφερε αμυντικά τραύματα, υποδηλώνοντας ότι ίσως είχε ξυπνήσει. Ο δολοφόνος είχε καλύψει όλα τα πρόσωπα των θυμάτων με τα σκεπάσματα, είχε κλείσει όλα τα παραθυρόφυλλα και είχε καλύψει τους καθρέφτες και τα τζάμια των πορτών με ρούχα και υφάσματα. Επίσης, βρέθηκε ένα πιάτο με άθικτο φαγητό στο τραπέζι της κουζίνας και ένα μπολ με αίμα στον νεροχύτη, οδηγώντας στη θεωρία ότι ο δράστης παρέμεινε στο σπίτι για αρκετή ώρα μετά τους φόνους.
Η έρευνα ήταν χαοτική από την αρχή. Εκατοντάδες περίεργοι πολίτες επετράπη να περπατήσουν μέσα στη σκηνή του εγκλήματος προτού συλλεχθούν τα στοιχεία, καταστρέφοντας ουσιαστικά κάθε ελπίδα για ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων ή άλλων ιχνών. Παρά το γεγονός αυτό, η αστυνομία εξέτασε πολλούς υπόπτους. Ανάμεσά τους ήταν ο αιδεσιμότατος Τζορτζ Κέλι, ένας περιπλανώμενος ιεροκήρυκας με ψυχικά προβλήματα που είχε παρευρεθεί στην εκκλησιαστική εκδήλωση και φερόταν να έχει εμμονή με το έγκλημα. Ο Κέλι ομολόγησε τους φόνους, αλλά αργότερα ανακάλεσε, και μετά από δύο δίκες αθωώθηκε. Άλλος κύριος ύποπτος ήταν ο Φρανκ Τζόουνς, ένας τοπικός γερουσιαστής και επιχειρηματικός αντίπαλος του Τζοσάια Μουρ, με τον οποίο είχαν έντονη έχθρα. Υπήρχαν θεωρίες ότι ο Τζόουνς είχε προσλάβει έναν επαγγελματία δολοφόνο, τον Ουίλιαμ “Μπλάκι” Μάνσφιλντ, για να εξοντώσει την οικογένεια, αλλά ποτέ δεν βρέθηκαν επαρκή στοιχεία για να απαγγελθούν κατηγορίες.
Το έγκλημα συγκλόνισε την Αμερική και άλλαξε για πάντα τη ζωή στη Βιλίσκα. Η πόλη βυθίστηκε στον φόβο και την καχυποψία, καθώς οι κάτοικοι συνειδητοποίησαν ότι ένας δολοφόνος κυκλοφορούσε ελεύθερος ανάμεσά τους. Το σπίτι παρέμεινε άδειο για πολλά χρόνια, καθώς κανείς δεν ήθελε να ζήσει σε έναν τόπο με τόσο βαριά ιστορία.
Σήμερα, το Σπίτι των Τσεκουριών της Βιλίσκα έχει μετατραπεί σε μουσείο. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες το έχουν αποκαταστήσει στην κατάσταση που βρισκόταν το 1912, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή τρεχούμενο νερό, για να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα της εποχής. Το σπίτι αποτελεί πόλο έλξης για τουρίστες, ερευνητές του μεταφυσικού και κυνηγούς φαντασμάτων, καθώς θεωρείται ένα από τα πιο στοιχειωμένα μέρη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλοί επισκέπτες αναφέρουν ότι ακούν παιδικές φωνές, κλάματα, και βλέπουν σκιές να κινούνται στα δωμάτια. Ωστόσο, πέρα από τους θρύλους και τα φαντάσματα, ο πραγματικός τρόμος του Σπιτιού της Βιλίσκα έγκειται στην ιστορική πραγματικότητα: οκτώ αθώες ψυχές, έξι από αυτές παιδιά, σφαγιάστηκαν στον ύπνο τους και ο ένοχος δεν τιμωρήθηκε ποτέ.
Γράφει η Ασπασία Σδούγκου
Πηγές
- Villisca Axe Murder House Official Archives.
- Roy Marshall. Villisca: The True Account of the Unsolved Mass Murder That Stunned the Nation.
- Iowa Cold Cases Historical Records.
- Library of Congress Newspaper Archives (1912).
- State Historical Society of Iowa.