
Η νέα διασκευή του Δράκουλα από τον Luc Besson (με πρωταγωνιστές τους Caleb Landry Jones και Christoph Waltz) φέρνει μια φρέσκια, αλλά και κάπως ανέμπνευστη, προσέγγιση στον αθάνατο μύθο του βαμπίρ. Ενώ η ιστορία παραμένει πιστή στις βασικές γραμμές του έργου του Μπραμ Στόουκερ, ο Besson επιλέγει να ενισχύσει τη ρομαντική διάσταση του Δράκουλα, κάνοντάς τον σχεδόν τραγικό ήρωα και προσδίδοντας στην πλοκή του μια πιο προσωπική, σχεδόν ποιοτική ατμόσφαιρα. Η ταινία του 2025, όμως, φέρει μαζί της μια σειρά από αντιφάσεις που δεν καταφέρνουν να αναδείξουν την ένταση του αρχικού μυθιστορήματος και συχνά μπλέκονται σε χιούμορ που φαντάζει ακατάλληλο για το βάθος του χαρακτήρα του Δράκουλα.
Η ταινία ξεκινά στην Τρανσυλβανία του 1480, με τον πρίγκιπα Βλάδισλαβ (που θα γίνει ο Δράκουλας) να καταδικασμένο από την απώλεια της αγαπημένης του γυναίκας. Απαρνιέται τον Θεό και γυρνά σε κάτι πιο σκοτεινό και αιώνιο. Τον βρικόλακα. Με την αθανασία, έρχεται και η απομόνωση και οι αιώνες περνούν χωρίς σκοπό μέχρι που μια φωτογραφία της Μίνας, μιας γυναίκας που μοιάζει απίστευτα με τη χαμένη του αγάπη, τον ωθεί να ταξιδέψει στο Λονδίνο.
Ο Besson, όπως είναι αναμενόμενο, ενσωματώνει την κλασική αναπαράσταση του Δράκουλα ως τον αιώνιο θλιμμένο ήρωα που μάχεται με το πεπρωμένο του, μια ιστορία αγάπης που παραμένει αμετάβλητη πέρα από το χρόνο. Όμως, αν και η εστίαση στην ρομαντική διάσταση είναι ενδιαφέρουσα, αυτή η προσέγγιση φαίνεται να απομακρύνεται από τις βαθύτερες θεματικές του βιβλίου και να ακολουθεί μια πιο επιφανειακή διαδρομή, κάνοντας τον χαρακτήρα του Δράκουλα σχεδόν υπερβολικά μελό και αφαιρετικά δραματικό.
Η ερμηνεία του Caleb Landry Jones στον ρόλο του Δράκουλα κινείται σε αμφίσημα εδάφη. Παρόλο που έχει την ένταση και την εσωτερικότητα του χαρακτήρα, σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να υπερτονίζει τη θλίψη και τη μοναξιά του Δράκουλα, κάτι που εκδηλώνεται σε υπερβολικά δραματικούς μονολόγους. Η εμμονή του σκηνοθέτη με την ψυχολογική του διάσταση τον καθιστά κάπως γλυκερό και λιγότερο τρομακτικό. Η ισχυρή ρομαντική ατμόσφαιρα του χαρακτήρα, αν και ωραία εκτελεσμένη, δεν αφήνει χώρο για τον πραγματικό τρόμο που συχνά συνοδεύει την εικόνα του βρικόλακα.
Η σκηνοθεσία του Luc Besson δεν εκπλήσσει. Η αισθητική του παραμένει “glossy”, σχεδόν υπερβολικά επαγγελματική, με έντονη έμφαση στις όμορφες εικόνες και τις έντονες αντιφάσεις φωτός και σκοταδιού. Ενώ η ταινία φέρνει τη σκοτεινιά της Τρανσυλβανίας στον οθόνη με ατμοσφαιρική διάθεση, συχνά αυτό το “γυαλιστερό” φιλμικό περιβάλλον απομακρύνει το κοινό από την αληθινή ένταση της ιστορίας. Σαφώς και προσφέρει οπτική απόλαυση, αλλά αυτό που χάνεται είναι η πραγματική συναισθηματική σύνδεση με τον χαρακτήρα και την πλοκή.
Εντυπωσιακά, η ταινία προσφέρει και στιγμές που προσπαθούν να διακόψουν το σκοτάδι με γκροτέσκο, υπερβολικό χιούμορ. Εδώ, η παρουσία του Christoph Waltz προσφέρει μερικές αξέχαστες σκηνές, αν και η ρηχότητα του χιούμορ που επιλέγεται δεν καταφέρνει να συνδεθεί σωστά με τη σοβαρότητα του υπόλοιπου φιλμ. Ο ίδιος ο Δράκουλας γίνεται αντικείμενο ειρωνείας σε κάποιες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η τραγικότητα του χαρακτήρα του.
Το Dracula του 2025 είναι μια ταινία που προσπαθεί να αναδείξει την παθιασμένη αγάπη του Δράκουλα και την αμετάκλητη θλίψη του, αλλά συχνά αποτυγχάνει να προσφέρει τον αναμενόμενο τρόμο και την ένταση που χαρακτηρίζει τη διάσημη ιστορία. Ο Besson εστιάζει περισσότερο στη ρομαντική διάσταση του χαρακτήρα παρά στην τρομακτική του υπόσταση, κάτι που οδηγεί σε μια ανάλαφρη, ενίοτε και αστεία, προσέγγιση που δεν συνάδει με το βάρος του μυθιστορήματος. Παρόλο που η αισθητική είναι εντυπωσιακή και οι ερμηνείες αξιόλογες, η ταινία απογοητεύει ως ανατριχιαστική ιστορία τρόμου και παίζει περισσότερο σε συναισθηματικά επίπεδα παρά σε ψυχολογικά ή φρικιαστικά.
Αν λοιπόν ανήκετε στην κατηγορία των θεατών που αναζητούν μια πιο ρομαντική, ατμοσφαιρική και όχι τόσο «τρομακτική» εκδοχή του Δράκουλα, το Dracula του 2025 μπορεί να σας ενδιαφέρει. Αν ψάχνετε όμως για κάτι που θα σας καθηλώσει με την αληθινή του σκοτεινιά και την ένταση της ιστορίας του, ίσως να θέλετε να αναζητήσετε αλλού την τρομακτική εμπειρία που περιμένατε. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια ταινία που αξίζει να τη δείτε για την εντυπωσιακή της εικόνα και τις ενδιαφέρουσες ερμηνείες, ακόμα και αν δεν καταφέρνει να αναδείξει την ουσία του κλασικού μύθου.
Γράφει η Βασιλική Χριστάκου




