
Μερικές φορές, μέσα στον θόρυβο της Θεσσαλονίκης, μια μικρή εικόνα αρκεί για να γεννήσει μια ολόκληρη ιστορία. Ένα παπούτσι μόνο του, αφημένο σε μια γωνιά του δρόμου, στάθηκε για τον Κρίτωνα Ζαχαριάδη η αρχή ενός κόσμου γεμάτου ερωτήματα, σκέψεις και ανθρώπινες διαδρομές. Στα «Μοναχικά Παπούτσια», ο συγγραφέας συλλέγει στιγμές από την πόλη και τις μετατρέπει σε δώδεκα ξεχωριστές ιστορίες, καθεμία με τη δική της φωνή και τη δική της ψυχή. Με αφορμή αυτή τη διαδρομή, μιλήσαμε μαζί του για την πρώτη εκείνη εικόνα που τον σταμάτησε, για την ανάγκη της παρατήρησης και για τις ιστορίες που κρύβονται εκεί όπου συνήθως περνάμε βιαστικά.
Το νέο σας βιβλίο «Μοναχικά Παπούτσια» ξεκινά από μια πολύ ιδιαίτερη εικόνα της πόλης. Ποια ήταν η πρώτη στιγμή που σας έκανε να σταθείτε και να αναρωτηθείτε για αυτά τα «μοναχικά» αντικείμενα;
Από τη φύση μου είμαι περίεργος. Θέλω να απαντώ τα πάντα γύρω μου, κυρίως με τη λογική. Δεν μπορώ να αφήνω κάτι στην τύχη του ή ανεξήγητο, όσο περνά από το χέρι μου. Λόγω αυτής της ανάγκης να παρατηρώ και να αιτιολογώ τα πάντα, αλλά και χάρη στην παρατηρητικότητα που καλλιέργησα μέσα από την τέχνη του θεάτρου, όταν πρωτοβρέθηκα «πρόσωπο με πρόσωπο» με το πρώτο μοναχικό παπούτσι, ένα τεράστιο ερωτηματικό ίσως και με αγγλικό “question mark”, για να έχει μεγαλύτερο όγκο σφηνώθηκε στο κεφάλι μου.
Γιατί είναι μόνο του, και μάλιστα πεταμένο; Πώς είναι δυνατόν να πέταξαν μόνο το ένα;
Αυτό συνέβη το 2004, μόλις είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου στο θέατρο ήταν η πρώτη φορά.
Φωτογραφίζετε παπούτσια στους δρόμους εδώ και 25 χρόνια. Τι είναι αυτό που σας κρατά ακόμη σε αυτή την παρατήρηση; Είναι συνήθεια, ανάγκη ή κάτι πιο βαθύ;
Πάρα πολύ καλή ερώτηση. Δεν γνωρίζω αν μπορώ να σας απαντήσω με βεβαιότητα. Νομίζω πως είναι, από τη μία, μια συνήθεια και, από την άλλη, η διαρκής ανάγκη μου να δοθεί μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα.
Θέλοντας παράλληλα να αφυπνίσω και άλλους να τους πάρω, κατά κάποιον τρόπο, με το μέρος μου τα φωτογραφίζω. Πάντα είχα και εξακολουθώ να έχω την επιθυμία να δημιουργήσω μια έκθεση φωτογραφίας με αυτά τα μεμονωμένα, μόνα, μοναχικά παπούτσια. Και επειδή μου δίνουν πάρα πολλή τροφή για σκέψη, ίσως τελικά αυτό να είναι που με κρατά.

Ένα παπούτσι μόνο του αφήνει πάντα ένα κενό. Οι ιστορίες σας προσπαθούν να το συμπληρώσουν ή να το φωτίσουν;
Ένας άνθρωπος μόνος του μπορεί είτε να απολαμβάνει τη μοναχικότητά του είτε να προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του. Για τα παπούτσια, τώρα, δεν γνωρίζω. Η αλήθεια είναι πως προσπαθώ σίγουρα να αναδείξω αυτό το φαινόμενο και, παράλληλα, μέσα από τις ιστορίες μου τα διηγήματά μου να δώσω μια άλλη οπτική. Μια οπτική που μπορεί να αποτελέσει τροφή για σχόλιο αλλά και για σκέψη, και ίσως να ωθήσει κι άλλους ανθρώπους να αρχίσουν να παρατηρούν αυτά τα μεμονωμένα, μοναχικά, αφημένα και ξεχασμένα παπούτσια.
Τα δώδεκα διηγήματα έχουν κοινό νήμα ή κάθε παπούτσι αφηγείται έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο;
Τα δώδεκα διηγήματα από τα οποία αποτελείται το βιβλίο έχουν κάτι κοινό: τη Θεσσαλονίκη. Τις περιοχές της, τα τοπία της, τους δρόμους της, τους ανθρώπους της, τις συνήθειές τους, τις μυρωδιές της. Όσοι έχουν ζήσει στη Θεσσαλονίκη θα τη θυμηθούν και θα τη νοσταλγήσουν, ενώ όσοι ζουν σε αυτήν θα αναγνωρίσουν τα μέρη στα οποία εκτυλίσσεται κάθε ιστορία.
Αυτός είναι ο κοινός τόπος η Θεσσαλονίκη. Τα παπούτσια είναι τοποθετημένα σε δώδεκα διαφορετικές περιοχές της: Χαριλάου, Καλαμαριά, Τούμπα, Επανομή, Φάληρο και άλλες. Κάθε διήγημα είναι και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, δεμένο με μια συγκεκριμένη τοποθεσία όπου βρέθηκε το κάθε μεμονωμένο παπούτσι. Ωστόσο, κάθε ιστορία αποτελεί μια διαφορετική αφήγηση, με ξεχωριστούς ήρωες και διαφορετικές πλοκές.
Η πόλη παίζει ρόλο στις ιστορίες σας; Είναι σκηνικό ή χαρακτήρας;
Η πόλη παίζει καθοριστικό ρόλο σε κάθε ιστορία, γιατί σε κάθε διαφορετική περιοχή εκτυλίσσεται και μια διαφορετική αφήγηση. Σε κάθε περιοχή συναντάμε κι ένα μοναχικό παπούτσι, το οποίο αποτελεί την αφορμή για να ξεκινήσει το ταξίδι της κάθε ιστορίας.
Η δράση μπορεί να εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου σε αυτή την περιοχή οι ήρωες να ζουν εκεί ή να κινούνται κυρίως μέσα σε αυτήν. Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις χαρακτήρων που έρχονται από αλλού ή έχουν μετακινηθεί. Ωστόσο, η ιστορία πάντοτε καταλήγει ή επιστρέφει σε αυτό το κοινό σημείο: εκεί όπου βρέθηκε το παπούτσι, αφημένο και μόνο του.
Πόσο από εσάς υπάρχει μέσα σε αυτές τις ιστορίες; Υπάρχει κάποιο διήγημα που νιώθετε πιο «κοντινό»;
Όσο κι αν χρησιμοποιείς τη φαντασία σου, όσο κι αν προσπαθείς να γράψεις κάτι εντελώς απομακρυσμένο από εσένα, νομίζω πως είναι δύσκολο να το πετύχεις. Από τη στιγμή που γράφεις εσύ, σίγουρα υπάρχουν στοιχεία δικά σου είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.
Ίσως επειδή είναι η πρώτη φορά που τολμώ να γράψω μικρά διηγήματα, επιχειρώντας κάτι διαφορετικό από το θέατρο στο οποίο ήμουν συνηθισμένος, να μην «κρύφτηκα» αυτή τη φορά τόσο καλά. Πιθανόν να υπάρχουν στοιχεία του εαυτού μου σχεδόν σε κάθε ιστορία. Δεν υπάρχει λόγος να τα κατονομάσω όποιος καταλάβει, κατάλαβε.
Από τις ιστορίες, ξεχωρίζω ιδιαίτερα εκείνη που διαδραματίζεται στην Άνω Πόλη, στην Ολυμπιάδος παρότι δεν έχει άμεση σχέση με εμένα. Έπειτα, την ιστορία στο κέντρο με τη μητέρα και το παιδί, καθώς και εκείνη της κυρίας Τούλας, στην περιοχή του Φαλήρου μια ιστορία διαφορετική σε σχέση με τις υπόλοιπες.

Το να γράφει κανείς για κάτι τόσο απλό και καθημερινό κρύβει και μια δυσκολία. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση σε αυτό το βιβλίο;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν αντιμετώπισα κάποια ιδιαίτερη δυσκολία. Το αντίθετο βρήκα ένα «πάτημα» που μου επέτρεψε να δημιουργώ διαφορετικές μικρές ιστορίες, ώστε να νιώθω κι εγώ ότι αλλάζω, ότι δεν κουράζομαι, ότι δεν επαναλαμβάνομαι. Ένιωθα πως μπορώ να προσφέρω διαφορετικές εικόνες και να πλάθω στο μυαλό μου νέες ιστορίες, κάτι που με ικανοποιεί βαθιά.
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν προέκυψε από κάποια δυσκολία της διαδικασίας, αλλά από έναν στόχο που έθεσα εγώ ο ίδιος: να είναι όλες οι ιστορίες σύγχρονες και να μπορούν οι αναγνώστες να βρουν μέσα τους κομμάτια του εαυτού τους έστω και σε μία από αυτές. Να νιώσουν ταύτιση, να αναγνωρίσουν κάτι δικό τους. Γι’ αυτό και είναι γραμμένες με σύγχρονο λόγο και, στη μεγάλη τους πλειονότητα, τοποθετημένες στο «τώρα».
Από το θέατρο περνάτε σε μια συλλογή διηγημάτων. Τι αλλάζει στον τρόπο που αφηγείστε ιστορίες;
(γελάει) Δεν ξέρω αν υπάρχουν και τόσο μεγάλες διαφορές. Έκανα μια προσπάθεια να γράψω διηγήματα, αλλά σαφώς διαφαίνονται οι ρίζες μου το θέατρο. Υπάρχουν πολλοί διάλογοι· κάποια διηγήματα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου διαλογικά, ενώ σε άλλα το στοιχείο του διαλόγου είναι ιδιαίτερα έντονο.
Κατά τα άλλα, προσπάθησα να γράψω δώδεκα μικρές ιστορίες, ώστε να μπορώ να μετακινούμαι από κόσμο σε κόσμο, να δημιουργώ νέους ήρωες και να ταυτίζομαι τόσο εγώ όσο και οι αναγνώστες μαζί τους. Δεν αλλάζει τόσο ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι να «ταξιδέψω» κάποιον, όσο ο τρόπος με τον οποίο δίνω τον λόγο μου.
Η αλήθεια είναι πως, ακόμη και μέσα από φανταστικές ιστορίες, υπάρχει πάντα ένα κομμάτι αλήθειας και αυτό το ανακαλύπτει όποιος μπορεί να ταυτιστεί με την ψυχολογία των ηρώων. Γιατί οι ήρωες αυτοί είναι, στην ουσία, άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Οι φωτογραφίες που στάθηκαν αφορμή για το βιβλίο, υπάρχουν κάπου συγκεντρωμένες; Θα μπορούσαν να αποτελέσουν και μια εικαστική συνομιλία με τα κείμενα;
Συνολικά, οι φωτογραφίες που έχω συγκεντρώσει είναι περίπου 200, καθεμία με ένα αντίστοιχο μοναχικό παπούτσι. Από αυτές, επέλεξα να αφηγηθώ τις δώδεκα ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο.
Δεν αποκλείεται, μάλιστα, πολύ σύντομα να δείτε αυτές τις πρώτες δώδεκα συγκεντρωμένες σε μια έκθεση φωτογραφίας, σε μια πιο άμεση «συνομιλία» με τα κείμενα.
Τι ελπίζετε να νιώσει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Ελπίζω να νιώσει ευτυχία, μέθεξη, ευχαρίστηση. Να αποκτήσει νέες εικόνες, όμορφες ιδέες που ίσως δεν είχε σκεφτεί. Να διασκεδάσει, αλλά και να προβληματιστεί. Να τον ταξιδέψουν οι ιστορίες, έστω και για λίγες μέρες, και να πει πως διάβασε ένα βιβλίο που του άρεσε και το ευχαριστήθηκε.
Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα από αυτά τα «μοναχικά παπούτσια», ποια ιστορία θα θέλατε να συνεχιστεί;
Μου αρέσει που η καθεμία ολοκληρώνεται εκεί που πρέπει. Οι ήρωες είπαν την ιστορία τους μέχρι το σημείο που είχε ενδιαφέρον.
Αυτό που θα ήθελα και ανυπομονώ είναι να προσφέρω νέες, σχετικές ιστορίες, με αφορμή τα υπόλοιπα μοναχικά παπούτσια που έχω βρει και φωτογραφίσει.
Και μια πιο προσωπική ερώτηση: υπάρχει κάτι στη σημερινή πόλη που σας κάνει ακόμα να σταματάτε, όπως τότε με το πρώτο παπούτσι;
Με συγκινούν πολλά μικρά, καθημερινά πράγματα: ένα ζευγάρι είτε στρέιτ είτε γκέι που περπατά χέρι-χέρι ή φιλιέται χωρίς να το νοιάζει τίποτα· μια ηλικιωμένη γυναίκα που περπατά μόνη της· ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, ένα όμορφο γκράφιτι, αλλά και οι άστεγοι.
Συνέντευξη: Έρη Χριστοφορίδου










