
Το Θέατρο Παράθλαση ανοίγει ξανά την πόρτα στο «ΠΟΙΟΣ;», τη μαύρη κωμωδία που περνά από το παράλογο στο ανθρώπινο με την άνεση κάποιου που ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Για τρίτη χρονιά, η παράσταση επιστρέφει με ορμή, ρυθμό και εκείνη τη γνώριμη σπίθα που κάνει το κοινό της Θεσσαλονίκης να την αγκαλιάζει κάθε φορά σαν καινούρια. Ο Γιώργος Γκασνάκης, σε έναν ρόλο που μπερδεύει ταυτότητες, πραγματικότητες και χιούμορ, μας μιλά για την ουσία του έργου, την ισορροπία πάνω στο τεντωμένο σκοινί της κωμωδίας και την ομορφιά μιας ομάδας που ωριμάζει χωρίς να χάνει ίχνος από την τρέλα της.
Το «ΠΟΙΟΣ;» είναι μια μαύρη κωμωδία που ισορροπεί ανάμεσα στο παράλογο και στο ανθρώπινο. Πώς τοποθετείστε εσείς ως ηθοποιός μέσα σε αυτό το εύθραυστο σύμπαν;
Ο ηθοποιός, την ώρα της παράστασης, έτσι κι αλλιώς ισορροπει ανάμεσα στο παράλογο του να βιώνει αφ’ ενός τον κόσμο της σκηνής, που είναι ένα άλλο σύμπαν, ένας άλλος κόσμος, μια άλλη πραγματικότητα, εύθραυστη και λαμπερή, και ταυτόχρονα, τον “ανθρώπινο” κόσμο, μέσα στον οποίο συντελείται όλο αυτό το σκηνικό θαύμα. Και στο “ΠΟΙΟΣ;” παίζεται ακριβώς το ίδιο παιχνίδι: Ο ήρωας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια συνθήκη εντελώς αδιανόητη και ανεξέλεγκτη, που δημιουργεί τρελές κωμικές καταστάσεις, οι οποίες όμως, είναι το διασκεδαστικό περιτύλιγμα της αγωνίας ενός ανθρώπου που βρίσκεται μέσα σ’ έναν ξένο και άγνωστο κόσμο. Χωρίς να ξέρει ούτε ποιος είναι, ούτε πού πάει. Κι ο ηθοποιός, είναι αυτός που θα πρέπει, όπως πολύ σωστά το είπατε, να ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σκοινί της παράστασης, να αγαπήσει τον ήρωα του, αλλά να μην τον λυπηθεί. Να αφήσει το γέλιο να κυλήσει αβίαστο, σαν ένας χείμαρος που θα τους παρασύρει όλους, και ταυτόχρονα να φωτίσει όταν πρέπει, και όσο πρέπει, εκείνες τις σκοτεινές γωνιές που μένουνε καλά κρυμμένες.
Το έργο παίζει με την έννοια της ταυτότητας, της αλήθειας και της σύγχυσης. Τι σημαίνει για εσάς η φράση «ποιος είμαι» μέσα από τον ρόλο σας;
Αυτό που προκύπτει μέσα απ’ το έργο, με απολαυστικό και πανέξυπνο τρόπο, είναι ότι το ερώτημα “Ποιος είμαι;” δεν είναι πάντα τόσο απλό όσο φαντάζει. Η απάντηση είναι συνήθως πολύ πολύπλοκη. Καθώς άλλος είμαι για τους κοντινούς μου ανθρώπους, άλλος για τους απλούς γνωστούς, άλλος για τους ξένους, άλλος για όσους με ξέρουν εξ ακοής, άλλος γι’ αυτούς που με συμπαθούν, άλλος γι’ αυτούς που με αντιπαθούν. Επίσης είναι άλλος αυτός που νομίζω ότι είμαι, άλλος αυτός που ελπίζω ότι είμαι, και άλλος αυτός που φοβάμαι ότι είμαι. Οπότε τι μένει στο τέλος απ’ όλα αυτά σαν απάντηση στο “Ποιος είμαι”; Και πώς μπορεί να το διαχειριστεί ένας άνθρωπος; Η απάντηση επί σκηνής…
Η Μόνα Κιτσοπούλου έχει δικό της, ιδιαίτερο θεατρικό ρυθμό. Πώς ήταν η συνεργασία σας μαζί της στη σκηνοθεσία αυτού του έργου;
Με τη Μόνα συνεργαζόμαστε εδώ και τριανταοχτώ χρόνια. Εγώ ηθοποιός, κι εκείνη σκηνοθέτης. Οπότε τι να πω… Το μόνο που θα είχα ίσως να πω, είναι ότι ευτυχώς ακόμα, δεν έχουμε εξ αρχής πανομοιότυπη άποψη για τα πάντα, οπότε πρέπει κάθε φορά να συζητάμε, να διαφωνούμε, να ψάχνουμε, και γενικώς να περνάμε ολοζώντανα και δημιουργικά τη διαδικασία της παράστασης.
Ποιο στοιχείο του έργου σας αιφνιδίασε περισσότερο όταν το διαβάσατε για πρώτη φορά;
Το ότι μια τρομακτική κατάσταση, αντιμετωπίζετε από μια οπτική κωμική. Δηλαδή όχι απλώς κωμική, εξωφρενικά αστεία!
Το χιούμορ εδώ γεννιέται μέσα από την αμηχανία και την παραδοξότητα. Πώς βρίσκει ένας ηθοποιός το μέτρο ανάμεσα στο αστείο και στο σκοτεινό;
Το μέτρο, είναι πάντα ζητούμενο για έναν ηθοποιό στο θέατρο. Στην κωμωδία ένα παραπάνω, και στο “ΠΟΙΟΣ;” δέκα παραπάνω. Χρειάζεται πολύ δουλειά, νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Και ταυτόχρονα κέφι, ζωντάνια, βάθος και ειλικρίνεια. Και φυσικά, ο σκηνοθέτης είναι αυτός που θα τον οδηγήσει να κινηθεί σωστά μέσα στο ύφος και το κλίμα της παράστασης.
Ο χώρος της Παράθλασης είναι σχεδόν οικείος για το κοινό της Θεσσαλονίκης. Πώς λειτουργεί αυτή η οικειότητα μέσα σε ένα έργο τόσο παράλογο;
Μα και ο χώρος του έργου, είναι οικείος! Στο σπίτι τους βρίσκονται οι άνθρωποι. Εκεί, σ’ αυτόν τον οικείο χώρο συμβαίνουν όσα συμβαίνουν. Οπότε η όποια οικειότητα αποπνέει ο χώρος της Παράθλασης, είναι ένα επί πλέον συν, για να λειτουργήσει η θεατρική παγίδα που στήνεται κατά τη διάρκεια της παράστασης…
Πίσω από την κωμωδία, το έργο μοιάζει να κρύβει μια υπαρξιακή αγωνία. Ποια ερώτηση αφήνει σε εσάς ο ρόλος σας όταν κατεβαίνετε από τη σκηνή;
Δεν είναι ερώτηση, είναι μια μάλλον πικρή διαπίστωση: Πόσο εύκολα μπορεί κανείς να χαθεί μέσα στην ίδια του τη ζωή. Και μάλιστα χωρίς να το καταλάβει.
Πώς είναι να συνυπάρχετε με μια ομάδα που επανέρχεται για τρίτη χρονιά στο ίδιο έργο; Τι αλλάζει και τι μένει ίδιο;
Όλα τα παιδιά, είμαστε εδώ και χρόνια στην Παράθλαση. Οπότε, κάθε χρόνο συναντιόμαστε και ξανασυναντιόμαστε επί σκηνής, από ρόλο σε ρόλο κι από έργο σε έργο, και όλα ξαναρχίζουν απ’ την αρχή. Και βέβαια, στο “ΠΟΙΟΣ;” αυτό που μένει ίδιο είναι το κέφι, το μπρίο και η τρέλα μας, κι αυτό που αλλάζει, είναι ότι και εμείς και η παράσταση ωριμάζουμε και αποκτούμε λίγο παραπάνω σκηνικό αέρα και, νομίζω, λίγο παραπάνω βάθος.
Έχετε ρόλο και στους φωτισμούς της παράστασης. Πόσο επηρεάζει η ματιά του τεχνικού τον τρόπο που παίζετε ως ηθοποιός;
Α, εδώ πέσατε στην περίπτωση! Κατ’ αρχήν να διευκρινίσω ότι δυστυχώς δεν είμαι τεχνικός, γιατί πρώτον δεν πιάνουν καθόλου τα χέρια μου, και δεύτερον έχω υψοφοβία, πράγμα απαγορευτικό για έναν τεχνικό φωτισμού. Πιστέψτε με, αν ήμουν τεχνικός με την κυριολεκτική έννοια του όρου, θα ήμουν πολύ περήφανος και θα είχα πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ! Εγώ έχω την επιμέλεια των φωτισμών. Ωστόσο, θα σας πω, ότι όντως η ματιά του τεχνικού όπως την αποκαλέσατε, με έσωσε ίσως από μια κάπως αλαζονική αίσθηση, ότι ο ηθοποιός είναι το κέντρο του κόσμου, κι οι υπόλοιποι υπάρχουν μόνο για να το υπηρετούν. Ναι, είναι το πρόσωπο της παράστασης, αλλά μέσα σε μια ομαδική δουλειά, όπου όλοι είναι ισάξιοι, καθώς είναι εξ ίσου απαραίτητοι. Κι αυτά σας τα λέω, μιλώντας ως τεχνικός!
Η μαύρη κωμωδία, ιδίως η ευρωπαϊκή, στηρίζεται στην αλήθεια του παραλόγου. Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό έχει εξοικειωθεί με αυτό το είδος;
Το κοινό της Θεσσαλονίκης τουλάχιστον, για το οποίο μπορώ να μιλήσω, είναι πολύ πιο ανοιχτό και δεκτικό απ’ όσο νομίζουμε, σε πράγματα που θεωρούνται “διαφορετικά” ή “δύσκολα”. Και βέβαια, μια καλή κωμωδία, είτε άσπρη είτε μαύρη, πάντα βρίσκει τον τρόπο να επικοινωνήσει με το κοινό, και να πει αυτά που έχει να πει, όσο σκληρά ή τρομερά κι αν είναι, μέσα απ΄τον πιο άμεσο και ωραίο τρόπο: Το γέλιο. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το τρελό γέλιο!
Αν το έργο «ΠΟΙΟΣ;» είχε ένα ηχητικό σύμβολο, έναν ήχο, μια φράση, ένα χτύπο,ποιος θα ήταν για εσάς;
Ίσως ο θόρυβος που κάνει ένας χείμαρος όταν κατρακυλάει με τρομερή ταχύτητα προς την ανοιχτή θάλασσα…
Και τέλος, μετά από τόσες παραστάσεις, ποιο «ποιος» θα απαντούσατε σήμερα για τον εαυτό σας μέσα στο θέατρο;
Δεν έχω ιδέα! Όλα τα “ποιος” όλων αυτών των χρόνων, έχουν αφήσει κάτι μέσα μου, μεγαλύτερο ή μικρότερο. Κι αυτά που έπαιξα, κι αυτά που δεν έπαιξα, κι αυτά που θα παίξω, κι αυτά που δεν θα παίξω. Οπότε ειλικρινά δεν έχω ιδέα! Άλλωστε, οι ηθοποιοί ζουν για το ρόλο που παίζουν τώρα, κι ακόμα περισσότερο, για τον επόμενο που έρχεται…
Συνέντευξη: Έρη Χριστοφορίδου
Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση πιέστε εδώ: «ΠΟΙΟΣ;» στο Θέατρο Παράθλαση – Η μαύρη κωμωδία που επιστρέφει για 10 μόνο παραστάσεις









