ΠΡΟΣΩΠΑ

Στέλλα Κρούσκα: Κάθε ρόλος χρειάζεται τόλμη και ξεβόλεμα

Στο σκοτεινό σύμπαν του Φάουστο Παραβιντίνο, η «Νεκρή φύση σε χαντάκι» ξεδιπλώνει μια ιστορία που ξεκινά από ένα έγκλημα και καταλήγει σε έναν ολόκληρο κοινωνικό καθρέφτη. Στο Studio Μαυρομιχάλη, το έργο αναμετριέται με μια κοινωνία που παρακολουθεί τη βία να γλιστρά στις ρωγμές της καθημερινότητας. Ανάμεσα στα έξι πρόσωπα που μεταφέρουν το βάρος της αφήγησης, η Στέλλα Κρούσκα δίνει μια ερμηνεία βαθιά, ήσυχη και κοφτερή. Μια μητέρα που κουβαλά μνήμη, σιωπή, τρυφερότητα και μια εσωτερική δίνη που δεν καταγράφεται εύκολα με λόγια. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, φωτίζει τη διαδρομή αυτού του ρόλου και ανοίγει τον κόσμο της παράστασης με καθαρότητα και ψυχή.

Η «Νεκρή Φύση σε Χαντάκι» φωτίζει μια κοινωνική πραγματικότητα με ένταση, βάθος και εικόνες που μένουν έντονα στον θεατή. Πώς θα περιγράφατε το έργο σε έναν θεατή που το προσεγγίζει για πρώτη φορά; Τι ξεχωρίζετε ως βασικό παλμό της ιστορίας;

Το έργο είναι μια αστυνομική ιστορία με ωραία πλοκή, σασπένς και χαρακτήρες με βάθος. Το παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι τη λύση του εγκλήματος. Βέβαια είναι πολύ σημαντικές οι κοινωνικές του προεκτάσεις, καθώς αυτά που συμβαίνουν στο έργο είναι καταστάσεις που δυστυχώς συμβαίνουν συχνά γύρω μας. Η βία στις μέρες μας έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις, την συναντάμε σε όλες τις μορφές της συνεχώς γύρω μας και δυστυχώς πολύ κοντά μας. Χτυπάει, αν όχι τη δική μας πόρτα, την πόρτα του διπλανού μας και εμείς, με το στόμα ανοιχτό, σκεφτόμαστε- λέμε «δεν το περίμενα,

Ο ρόλος της μητέρας διαθέτει μια βαθιά και συγκινητική εσωτερική πορεία. Ποιο ήταν το πρώτο στοιχείο που σας οδήγησε στη δική σας ερμηνευτική γραμμή; Ποια εικόνα ή σκέψη αποτέλεσε το αρχικό σας στήριγμα για να μπείτε στον κόσμο της;

Η πρώτη μου προσέγγιση σ΄ έναν ρόλο, ξεκινάει πάντα από τα προσωπικά μου βιώματα, τον δικό μου κοινωνικό περίγυρο. Η συγκεκριμένη μητέρα μοιάζει με πολλές γυναίκες γύρω μας, έζησε τα ανήσυχα και επαναστατικά της νιάτα, σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε μια κόρη και τώρα η ζωή της κυλάει ανάμεσα στην δουλειά της, την οικογένειά της, τον κοινωνικό της περίγυρο, τις φίλες της, τις εξόδους τα Σάββατα, και κυρίως την καλή της σχέση με το παιδί της. Η μεγάλη δυσκολία του ρόλου έρχεται με τον θάνατο του παιδιού και μάλιστα την δολοφονία του. Εδώ λοιπόν τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα. Δεν έχω καμμιά κοντινή αναφορά σε τέτοια κατάσταση, ευτυχώς, αλλά οι ειδήσεις κάθε μέρα μας ενημερώνουν για τέτοια εγκλήματα, γυναικοκτονίες, που δεν σταματάνε να μας εκπλήσσουν με την αγριότητά τους και την τρομακτική τους συχνότητα. Είδα πολλές μητέρες σε βίντεο, εκπομπές, συνεντεύξεις να μιλούν για τις κόρες τους που χάθηκαν τόσο άδικα και που περιμένουν τη δικαιοσύνη να λειτουργήσει και να τους δώσει κάποια ικανοποίηση. Αυτό που δεν μπορούσα όμως να βρω ήταν η πρώτη στιγμή, το πρώτο σοκ, αυτό που δεν μπορείς να πιστέψεις αυτό που σου λένε. Αυτό χρειάστηκε ένα βύθισμα σε όποια βαθιά σκοτάδια μπορούσα να φανταστώ. Και ήταν δύσκολη διαδρομή.

Καθώς προχωρά η ιστορία, η μορφή της μητέρας αποκαλύπτει σιωπές, ενοχές, δύναμη και έναν ιδιαίτερο τρόπο αντίληψης του πόνου. Ποια στιγμή μέσα στο έργο θεωρείτε κομβική για τη διαδρομή της;

Η κομβική στιγμή για μένα είναι η αναγνώριση στο νεκροτομείο. Δεν είναι κάτι που το βλέπουμε ρεαλιστικά στο έργο αλλά το περιγράφει ο ρόλος μου και είναι το σημείο μηδέν για την υπόλοιπη ζωή αυτής της γυναίκας. Όλα μετά θα αρχίσει να τα σκέφτεται αλλιώς, θα περάσει από κόσκινο όλη της τη ζωή.

Το έργο αγγίζει μια σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και αναδεικνύει τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Πώς βιώσατε το περιβάλλον αυτό κατά τις πρόβες; Τι σας άγγιξε πιο έντονα από αυτή την ατμόσφαιρα;

Κάναμε πολλές συζητήσεις με τους ηθοποιούς και τους συντελεστές στην διάρκεια των προβών για αυτήν την σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και ο καθένας είχε να καταθέσει τις δικές του εμπειρίες, αντιλήψεις, σκέψεις, παραδείγματα. Είναι πάντα πολύ ενδιαφέρον σημείο της πρόβας αυτό το άνοιγμα που συμβαίνει, όταν οι συνθήκες το ευνοούν, γιατί γνωρίζεις φυσικά καλύτερα τους συμπαίκτες σου, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεις και διαφορετικές οπτικές η αποχρώσεις απόψεων. Υπήρξαν στιγμές που το τοπίο γινόταν πολύ ζοφερό, λόγω του θέματος, είμασταν όμως πολύ τυχεροί γιατί το χιούμορ του σκηνοθέτη μας Φώτη Μακρή είναι αδιανόητο, οπότε ξεφεύγαμε συχνά και αυτό ήταν, τελικά πολύ χρήσιμο. Μα και ο συγγραφέας έχει φροντίσει να υπάρχει χιούμορ στο έργο, είναι απαραίτητο και σημαντικό στοιχείο της παράστασης.

Η σκηνική σας εικόνα δίνει μια μητέρα που κουβαλά οδύνη με τρόπο γλυπτό και αθόρυβο, σαν συγκίνηση που αναπνέει κάτω από την επιφάνεια. Πώς προέκυψε αυτό το ύφος; Τι σας οδήγησε σε μια τόσο εσωτερική απόδοση;

Νομίζω ότι αυτό είναι ένα πολύ δικό μου στοιχείο. Έτσι λειτουργώ εγώ στην ζωή μου, δεν εκφράζω δυνατά την δυσκολία μου, τη στενοχώρια μου, τα προβλήματά μου. Έχω πάντα την αίσθηση ότι έχει ο κόσμος τα δικά του, δεν χρειάζεται κι άλλο φόρτωμα.

Ο ρόλος σας φέρνει στο προσκήνιο το αποτύπωμα ενός εγκλήματος πάνω στους ανθρώπους που μένουν πίσω. Πώς προσεγγίσατε αυτό το κομμάτι της ιστορίας; Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση αυτής της συναισθηματικής διαδρομής;

Νομίζω ότι όταν χάνεις έναν άνθρωπο μ΄ αυτόν τον τρόπο, οι ενοχές είναι τρομερές. Σε βασανίζει το αν έκανες το σωστό, μήπως δε νοιάστηκες αρκετά, μήπως παράβλεψες, μήπως δεν πρόσεξες όπως έπρεπε, όσο έπρεπε. Ειδικά όταν πρόκειται για το παιδί σου πραγματικά δεν ξέρω πως το ξεπερνάς. Το έργο μας σταματάει νωρίς σ΄ αυτήν την διαδρομή, δεν θέλω να φανταστώ πως συνεχίζει τη ζωή της αυτή η γυναίκα.

Η σκηνοθετική ματιά προσφέρει χώρο για λεπτές, ουσιαστικές αποχρώσεις. Ποια στιγμή της συνεργασίας σας με τον σκηνοθέτη θεωρείτε πραγματικό σημείο έμπνευσης; Ποιο στοιχείο της καθοδήγησής του σας άνοιξε νέα ερμηνευτική κατεύθυνση;

Δουλεύω πολλά χρόνια με τον Φώτη Μακρή, οπότε έχουμε πια κοινούς κώδικες. Ο Φώτης σε αφήνει για κάποιο διάστημα ελεύθερο να ψάξεις, να περιπλανηθείς, δεν ξεκινάει με έτοιμα πράγματα, τα αφήνει να δημιουργηθούν. Δε βιάζεται να καταλήξει. Όσο όμως πλησιάζουμε στην παράσταση αρχίζει και δημιουργείται μια πορεία με μεγάλη ακρίβεια και συντονισμό.

Το κοινό αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι κάθε χαρακτήρας κουβαλά μια δική του αλήθεια. Ποιο βλέμμα θεατή ή ποια ενέργεια από την πλατεία σας προσφέρει την πιο δυνατή επιβεβαίωση ότι η ιστορία επικοινωνεί όπως επιθυμείτε;

Η σχέση με το κοινό είναι κάτι που περισσότερο το αισθάνεσαι παρά το συνειδητοποιείς με το μυαλό σου. Κάθε παράσταση είναι διαφορετική, δεν είναι ούτε ο ηθοποιός ίδιος σε αυτό που κάνει, ούτε το κοινό ίδιο. Δεν μπορώ να το περιγράψω, είναι αυτό που κάνει αυτή τη σχέση μαγική τελικά και απρόβλεπτη

Η θεατρική πράξη διαθέτει τον τρόπο να φωτίζει στιγμές που ίσως μένουν αθέατες στην καθημερινότητα. Ποιο μήνυμα ή ποια σκέψη αισθάνεστε ότι συνοδεύει τον θεατή όταν ολοκληρώνεται η παράσταση;

Η σκέψη ότι όλοι οι χαρακτήρες του έργου κουβαλάνε το δικό τους φορτίο. Κι αυτό έχει να κάνει με το παρελθόν τους, τις καταβολές τους, την οικονομική και οικογενειακή τους κατάσταση, τις εμπειρίες τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείς ότι κάνουν , αλλά μπορείς να τους κατανοήσεις. Επίσης η σκέψη ότι η βία είναι απρόβλεπτη και δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως θα εκφραστεί. Αυτό θα ήταν χρήσιμο να το συνειδητοποιήσουμε ώστε να καταφέρουμε να περάσουμε στο τι μπορούμε να κάνουμε για να την περιορίσουμε. Δηλαδή οι λύσεις δεν είναι εύκολες, χρειάζεται αγώνας και κότσια για προχωρήσουμε πάρα κάτω.

Κάθε ρόλος αφήνει ένα μικρό αποτύπωμα στην πορεία ενός ηθοποιού. Τι σας χάρισε η συνάντησή σας με τη μητέρα της «Νεκρής Φύσης σε Χαντάκι»; Ποια ενέργεια παίρνετε μαζί σας για το επόμενο βήμα σας;

Προσπαθώ να αφήνω στην άκρη τις σιγουριές, χωρίς να φοβάμαι το κόστος και το ξεβόλεμα.

Συνέντευξη: Έρη Χριστοφορίδου

  • Νεκρή φύση σε χαντάκι του Φάουστο Παραβιντίνο
  • Studio Μαυρομιχάλη
  • 29 Νοε – 15 Φεβ 2026

Περισσότερες πληροφορίες – Προπώληση εισιτηρίων: Νεκρή φύση σε χαντάκι του Φάουστο Παραβιντίνο

Back to top button